ISSN:

Όταν το διασπορικό Υποκείμενο μετακινείται:
Αθήνα – Λος Άντζελες σε «Οχτώ λεπτά»

Ολυμπία Γ. Αντωνιάδου

Περίληψη

Στο άρθρο μας μελετάμε τη νουβέλα της Γιώτας Ταχταρά Οχτώ λεπτά, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο το σύγχρονο διασπορικό Υποκείμενο βιώνει τη μετοικεσία από την Αθήνα στο Λος Άντζελες, μια μετακίνηση που αποτελεί μια υπαρξιακή παλινδρόμηση ανάμεσα στο οικείο και το αλλότριο και επιφέρει ταυτόχρονα έναν εσωτερικό εκτοπισμό. Η περίπτωση της Ταχταρά αντιπροσωπεύει μια «νέα διασπορά», ταξικά ετερογενή και κοσμοπολίτικη, η οποία διαφοροποιείται από τα παλαιότερα διασπορικά πρότυπα. Μέσα από έναν λόγο αυτομυθοπλασίας, η συγγραφέας αναδεικνύει τον «τρίτο χώρο» που προκύπτει από τη συνεχή πολιτισμική ροή, με κεντρικά θέματα το «επιπολιτισμικό στρες», τη γλωσσική απόσταση και την ανασυγκρότηση της ταυτότητας μέσω της συλλογικής και ατομικής μνήμης. Μέσα από την επανασύσταση της σχέσης του Υποκειμένου με την πατρίδα, τα Οκτώ Λεπτά αντικατοπτρίζουν μια ιδιότυπη αντίστροφη μέτρηση – έναυσμα για μια διαυγή ανα-θεώρηση των ατομικών επιλογών. Συμπερασματικά, η Ταχταρά χαρτογραφεί μια μεταιχμιακή πορεία όπου η υβριδικότητα και η μνήμη μετατρέπουν τους ωκεανούς που χωρίζουν σε «σύνορα εν κινήσει».

***

Η νουβέλα της Γιώτας Ταχταρά, Οχτώ λεπτά, που κυκλοφόρησε το 2024, επιβεβαιώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το διαχρονικό χαρακτήρα των προ(σ)κλήσεων που επιφέρει στο διασπορικό Υποκείμενο η απομάκρυνση από το γενέθλιο τόπο και η μετακίνηση σε έναν ξένο, που βιώνονται όχι μόνο ως μια χωρική εξ-ορία αλλά και ως ένας εσωτερικός εκ-τοπισμός. Αυτή η γενικευμένη υπαρξιακή συνθήκη που ορίζεται ως «παλινδρόμηση ανάμεσα στο αλλόκοτο και το οικείο» (Crane & Mohanram 2000, x), ανεξάρτητα από τις αιτίες που την προκαλούν, δεν παύει να είναι τραυματική.

Στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας κατά την οποία η παγκοσμιοποίηση από τη μια και οι σχέσεις του τοπικού (local) με το παγκόσμιο (global) που έχουν αποδοθεί ως glocal και gloacalization (παγκοσμιο-τοπικότητα) (Βέικου και Λαλαγιάννη 2015, 93) από την άλλη, έχουν περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, αναδύονται νέες προοπτικές απομακρυνόμενες από την ομοιογενοποιητική ευρωκεντρική αφήγηση της ανάπτυξης και της κοινωνικής αλλαγής (Ashcroft et al. 2007, 105). Η νουβέλα της Γιώτας Ταχταρά επιχειρεί να χαρτογραφήσει τον «τρίτο χώρο» που προκύπτει από τη χάραξη νέων συνοριογραμμών, όπου οι «παγκόσμιες πολιτισμικές ροές» είναι συνεχείς (Appadurai 1996a) και οι πολυάριθμες κοινότητες αποτελούν σύνολα μεταβλητά και εν κινήσει, σε αντίθεση με κάθε τι στατικό, παραπέμποντας στην έννοια του «ethnoscape» (Appadurai 1996b).

Η περίπτωση της Ταχταρά αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες της νέας διασποράς της πρόσφατης κρίσης, μιας διασποράς ταξικά ετερογενούς. Εν προκειμένω, η ζωή και οι σπουδές πολιτικών επιστημών στην Αθήνα, και οι ακόλουθες στον τομέα της δημοσιογραφίας στο Λος Άντζελες και η μακρόχρονη επαγγελματική της εμπειρία σε «γυαλιστερές σελίδες», είχε ήδη επιφέρει την εξοικείωσή της με την αμερικάνικη ποπ κουλτούρα καθώς και τη γνώση του life style εκ των έσω.

Έμεινα στην ομάδα του Cosmo για 15 χρόνια, ήταν τεράστιο κεφάλαιο της ενήλικης ζωής μου, εκεί γνώρισα τις πιο αγαπημένες φίλες, εκεί έζησα τις πιο τρελές ιστορίες. Ακόμα και όταν πέρασα στο Marie Claire, ακόμα και όταν το γραφείο μου ήταν σε άλλο όροφο, πάντα το Cosmo αισθανόμουν σπίτι μου. Από το 2002 μέχρι το 2017 περίπου δούλευα σε όλες τις γυαλιστερές σελίδες του ΔΟΛ: Cosmo, Marie Claire, ΒήμαDonna, Γάμος, Mommy, Vita – και ίσως ξεχνάω και μερικούς τίτλους. Και η ζωή μου στην -τότε- Αθήνα ήταν πραγματικά ένα ατελείωτο πάρτι (στο Κόλλια 2026).

Η ανάδειξη της Αθήνας ως του αστικού κέντρου αναχώρησης υπογραμμίζει τον διαπεριφερειακό χαρακτήρα της μετακίνησής της, η οποία συνιστά μια μετάβαση από μια κοσμοπολίτικη πόλη σε μια άλλη. Η συνθήκη αυτή φαίνεται να αναπλαισιώνει, κοινωνικά, ταξικά και πολιτιστικά, την εμπειρία της «ξενιτιάς», καθώς η μετάβαση θα προσλάμβανε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο εάν η μετεγκατάσταση αφορούσε την αγροτική Οκλαχόμα. Παρομοίως, η εμπειρία θα μεταβαλλόταν άρδην εάν το Υποκείμενο μετακινούνταν για λόγους οικονομικούς ή εάν δεν διέθετε το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας που παρέχει μια μεσοαστική καταγωγή. Η παραπάνω συνθήκη που διακρίνεται πιο υπαινικτικά στη νουβέλα, γίνεται πιο εμφανής σε μια συνέντευξη της συγγραφέως:

Οι σπουδές μου στην Καλιφόρνια και τα ταξίδια στη Νέα Υόρκη ή το Λας Βέγκας, δεν μπορούσαν να με προετοιμάσουν για μια καθημερινότητα στο Μίσιγκαν. Αλλά, είναι σχετικά εύκολο να εγκλιματιστείς στο Ann Arbor. Είναι μια κολεγιούπολη με κόσμο από όλο τον πλανήτη. [...] Αναγνωρίζουμε και είμαστε φοβερά ευγνώμονες για την ποιότητα της ζωής μας στο Ann Arbor (στο Κόλλια 2026).

Η διασπορική ταυτότητα της αφηγήτριας χτίζεται μέσα από διαπολιτισμικές συναντήσεις αλλά και από τον στοχασμό σχετικά με τον νέο χώρο της μεγαλού-πολης που παρουσιάζει οξείες ταξικές κοινωνικές διαφορές και αντιφάσεις, εισάγοντας, έτσι, μια πολιτική διάσταση στην εμπειρία της μετανάστευσης.

[…]η μέση τάξη φθίνει απελπιστικά, αν δεν έχεις δίχτυ ασφαλείας, είσαι πιο κοντά στο να γίνεις άστεγος από εκατομμυριούχος. […] Σκέψου πόσες λιγότερες επιλογές ή ευελιξία θα είχε αν δεν ήταν αρκετά τυχερός ώστε να έχει πληρώσει η οικογένειά του τις σπουδές του. […] Αλλά υπάρχουν και άλλα πολλά προνόμια που συνδέονται με την «καλή ζωή» εδώ.

Τα αγόρια μας είναι λευκά και δεν χρειάστηκε ποτέ να τους μιλήσουμε γιατί δεν πρέπει να φοράνε κουκούλες ή να φοβηθούμε ότι θα τα πυροβολήσει κάποιος αστυνομικός. Στην περιοχή που ζούμε κανείς δεν θυμάται να κλειδώσει την εξώπορτά του και κανένα παράθυρο δεν έχει κάγκελα (κάτι που σαν Αθηναία με φρικάρει, αλλά θα το συνηθίσω κάποτε). Έχουμε πάντα την επίγνωση ότι πίσω από κάθε ειδυλλιακή σκηνή ταινίας, κρύβεται μια τεράστια ιστορία ανισότητας (στο Κόλλια 2026).

Σε κάθε περίπτωση, η μετακίνηση από τη μια χώρα στην άλλη κάθε άλλο παρά απλή είναι γιατί η ξενιτειά «σε τραβάει, σε ανακατεύει, σε αναποδογυρίζει και πριν το καταλάβεις, ψάχνεις στο YouTube τραγούδια της Αλεξίου και δακρύζεις κρυφά» (Ταχταρά 2024, 10). Ωστόσο, η Ταχταρά κατορθώνει να ανα(σ)τρέψει το σύνηθες δίπολο της ανασφάλειας απέναντι στο άγνωστο από τη μια και της «μαγνητικής βαρύτητας» που χαρακτηρίζει την ασφάλεια του οικείου από την άλλη, αντιστρέφοντας του πόλους και καθιστώντας την έλξη και τη σαγήνη του νέου δυνατότερη.

Τα βράδια που μαζεύονταν όλοι στο μπαλκόνι μας το θέμα γύρω από το τραπέζι ήταν σταθερά το δράμα που είχα προκαλέσει. Τα σχόλια τυλίγοντας γύρω από τον λαιμό μου και με έπνιγαν όπως ο καπνός από το φιδάκι στη γωνία. […]

Όταν έλαβα το επίσημο mail του πανεπιστημίου, δεν μπορούσα να πανηγυρίσω. Αναρωτιόμουν αν και στις άλλες οικογένειες ήταν όλα έτσι δύσκολα. Δυσκίνητα. Σαν να περπατάς μέσα σε κολλώδη καραμέλα. Σαν να σέρνεις τεράστια βαρίδια δεμένα στη μέση. Σαν είσαι εσύ η ίδια δεμένη στο οικογενειακό τραπέζι, αυτό το ξύλινο, το βαρύ, που ανοίγει και καλύπτει όλο το δωμάτιο στα μεγάλα γλέντια (Ταχταρά 2024, 11—12).

«Η αναζήτηση της ταυτότητας είναι συνεπώς συνυφασμένη με τη μετοικεσία, ακόμα και όταν πρόκειται για εθελούσια απομάκρυνση από την πατρίδα» (Πολυκανδριώτη 2002, 108–109). Όποια και να είναι η αφετηρία της μετακίνησης, ηθελημένης ή μη, η έκθεση του ατόμου σε δύο κουλτούρες δε μπορεί να είναι ανώδυνη διότι συνοδεύεται συχνά από καταστάσεις απόρριψης (rejection) που δεν αποκλείεται να οδηγήσουν, με τη σειρά τους, σε απώλεια της πολιτισμικής ταυτότητας ή αποπολιτισμό (déculturation) (Berry 2002, 19).

[…] γυρίσαμε τα περίπτερα του Συντάγματος και διαλέξαμε τις πιο κιτς φολκλόρ κάρτες που μπορούσαμε να βρούμε και τις κολλήσαμε όλες. Στο ψυγείο. Τσολιάδες. Και μουστάκια και γάτες που κοιμούνται στον ήλιο. Γιαγιάδες και παππούδες που δεν μοιάζουν με τους δικούς μας. Ένας τρούλος στο ηλιοβασίλεμα. Η Ακρόπολη φωτισμένη σαν κλαμπ της παραλιακής. Μία, έχει και αρνί στη σούβλα και σοκάρει πάντα τους επισκέπτες μας. Κάθε τόσο λέγαμε ότι είναι και διαφορετικό ζώο, ότι στην Ελλάδα τρώμε αλεπούδες ή τίγρεις και οι ξένοι μας πίστευαν. […] Μας άρεσε τότε να γελάμε με οτιδήποτε ελληνικό και παραδοσιακό, να ειρωνευόμαστε όσα αφήσαμε πίσω. Μόνο την Αθήνα δεν κοροϊδέψαμε ποτέ. Η Αθήνα ήταν η πραγματική οικογένεια που εγκαταλείψαμε και η μόνη οικογένεια που μας έλειπε. Αλλά δεν γινόταν να το παραδεχτώ. Δεν μπόρεσα να χαρίσω την απόλαυση της δικαίωσης σε όσους μου έλεγαν να μη φύγω, με απειλούσαν με το τεράστιο ρίσκο και το ανομολόγητο κακό που θα με βρει αν βγω από κύκλο της ασφαλείας που μου είχαν χαράξει ασφυκτικά και αυθαίρετα. Δεν έπρεπε να μάθουν ποτέ ότι μακριά από την πόλη μου και τους ανθρώπους της ένιωθα κουτσή, μισή, σαν να μην μπορώ να βρω την ισορροπία μου για να περπατήσω (Ταχταρά 2024, 9).

Η αφηγήτρια, παρόλο που καταβάλλει διαρκώς προσπάθειες να εναρμονιστεί σταδιακά με τις τοπικές πολιτισμικές συνθήκες συμπεριφοράς για να μη φανεί «σαν μεσογειακή καρικατούρα» (Ταχταρά 2024, 30), βιώνει οδυνηρά αισθήματα και επώδυνες ψυχολογικές αλλαγές, αυτό που ο Berry (2002) ορίζει ως «επιπολιτισμικό στρες» (acculturative stress) (19).

Μάλλον όλοι οι ξένοι το κάνουν αυτό. Όλοι όσοι βρέθηκαν μακριά, σε λάθος πλευρά του Ατλαντικού, σε λάθος πατρίδα, όλοι έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι δείχνουν μικροί, άπειροι, άσχετοι, χαριτωμένοι, χαζούληδες, σαν βοηθητικοί χαρακτήρες σε κομεντί που δεν γνωρίζουν τις πιο απλές λεπτομέρειες της καθημερινότητας και πέφτουν διαρκώς σε γκάφες (Ταχταρά 2024, 40).

Η άφιξη ακόμη και σε μια χώρα όπως οι ΗΠΑ, ανοιχτή στη συνύπαρξη πολιτισμών, δεν παύει να αξιώνει εν τοις πράγμασι την προσαρμογή στην κουλτούρα της και μια «διαδικασία της πολιτισμικής πρόσμιξης» που απορρέει από την επαφή τους (Βέικου και Λαλαγιάννη 2015, 80). Αυτή η δυναμική οδηγεί σε νέες μεταλλασσόμενες σχέσεις που καλούνται να προσδιορίσουν τις έννοιες της ταυτότητας και της ετερότητας μέσα στο μυθοπλαστικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια, η λογοτεχνική κατασκευή της ταυτότητας προκύπτει από εικόνες του Εαυτού (auto-images) που διασταυρώνονται με εκείνες της ετερότητας (hétéro-images), αλλά και από έτερο-στερεότυπα (hétéro-stéréotypes) που συγκρούονται, κατά περίπτωση, με αυτό-στερεότυπα (auto-stéréotypes) (Motlagh 2011, 61–81).

Μια κοπέλα μού είπε με τεξανή προφορά ότι το σώμα της είναι η πατρίδα και ο ναός της. Το άκουσα κι άλλες φορές στην Αμερική. «Το σώμα μου είναι ο ναός μου». Μου φαινόταν πάντα τόσο περίεργη η αναλογία, αν σκεφτείς ότι οι ναοί στη χώρα μου είναι σε έναν διαρκή πόλεμο με τα σώματά μας. «Εκεί που μεγάλωσα εγώ οι ναοί ανατριχιάζουν σαν βίγκαν σε σφαγείο με την ιδέα του σώματος, ειδικά του γυναικείου», ήθελα να χασκογελάσω αλλά δεν είπα τίποτα στην ξανθιά τεξανή με το σώμα-ναό. Δεν μπορούσα να της περιγράψω άντρες με μαύρα φορέματα να κρατάνε κλαράκια και να μας πετάνε στο κεφάλι νερά, γιατί δεν ήθελα να με στριμώξει στο κουτάκι του στερεότυπου (Ταχταρά 2024, 46).

Το κεντρικό πρόσωπο στη νουβέλα, αποδεικνύει, ωστόσο, τη γόνιμη έκβαση του επιπολιτισμού και ενίοτε παρηγορητική έως και ανακουφιστική αίσθηση της ανακάλυψης του εαυτού μέσα από την επαφή με το αλλότριο, της οικειοποίησης της κουλτούρας του Άλλου χωρίς την τραγωδία της απώλειας της κουλτούρας προέλευσης.

Μεγάλη ανακούφιση αυτή η συνήθεια των Αμερικάνων να μην επιμένουν. Να μη σε πιέζουν. Με είχε μπερδέψει στην αρχή, όταν μου πρόσφεραν κάτι και αρνιόμουν από ευγένεια, περιμένοντας να το ξαναπροσφέρουν για να το πάρω με τη δεύτερη. Αλλά εκείνοι έλεγαν απλώς «οκέι» και έμενα με το χέρι μετέωρο. Στη συνέχεια όμως το εκτίμηση. Ήταν πιο άμεσο, λογικό. Σκέψου πόσο χρόνο χάνουμε στη Μεσόγειο σπρώχνοντας μπρος και πίσω κεράσματα (Ταχταρά 2024, 30).

Κι ενώ, συνήθως, η γραφή της μετανάστευσης, δια μέσου της επανασύστασης των στοιχείων της ταυτότητας, δημιουργεί το αίσθημα του μη-ανήκειν (désappartenance) σε μια χώρα ή σε μία κουλτούρα (Sibony 1991, 31), η αφηγήτρια το βιώνει ανεστραμμένο. Η συντροφικότητα και η αποδοχή που δεν είχε νιώσει από τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις στην πατρίδα, την κατακλύζουν ως αίσθημα πρωτόγνωρο στην άλλη άκρη της υφηλίου: «Πρώτη φορά κατάλαβα πώς είναι να γυρνάς στο σπίτι και ν’ανοίγεις την πόρτα με χαρά, να αισθάνεσαι άνετα με τον εαυτό σου, να μπορείς να γελάς και να μιλάς όταν σου έρχεται, να μη σε σφίγγουν οι τοίχοι μέχρι να γίνεις μωβ» (Ταχταρά2024, 15). Ωστόσο, η συγγραφέας δεν εξιδανικεύει τη ζωή στον ξένο τόπο. Η γραφή της αιωρείται «ανάμεσα στα δύο» –«écriture de l’entre-deux» (Sibony 1991, 31), σε μια μεταιχμιακή πορεία διπλής κατεύθυνσης προς τη δική της συνοριοχώρα (borderland), ένα «αόριστο και μη καθορισμένο μέρος [...] μία κατάσταση συνεχούς μετάβασης και αλλαγής» (Anzaldúa 1999, 3). Διαρκώς μετακινούμενη, μετατρέπει τον ωκεανό που χωρίζει τις δύο ηπείρους σε «σύνορο εν κινήσει» που ανασκευάζει εκείνα που έχουν χαραχθεί από τα έθνη-κράτη (Bhabha 1990, 315). Αυτή η διέλευση δια μέσου non fixes συνόρων συνεπάγεται τη μεταφορά πολιτισμικών διαφορών και τη συνακόλουθη δημιουργία ενός «τρίτου χώρου» (Bhabha 1994, 2), «ενός ενδιάμεσου χώρου μετάβασης ο οποίος επιτρέπει στις αντιθέσεις να δημιουργήσουν ένα νέο στοιχείο: mestizaje ή υβριδικότητα» (Yabro-Bejarano 1994, 11).

Μερικές φορές μου έλειπε τόσο πολύ εκείνος ο αθηναϊκός εαυτός μου, αυτός που ακόμα ονειρευόταν το ταξίδι πριν το τολμήσει, που ένιωθα ένα ράγισμα βαθιά μέσα μου. Δεν πρέπει να φεύγουμε τόσο απερίσκεπτα, να ξεκινάμε ταξίδια και αναζητήσεις και προσκυνήματα χωρίς να σκεφτούμε το τεράστιο ρίσκο, χωρίς ν’αναλογιστούμε πόσο κινδυνεύουμε να βρούμε τελικά αυτό που ψάχνουμε. Και μέχρι τότε θα μας έχει αλλάξει τόσο πολύ το ταξίδι, που ούτε αυτό δεν θα μας κάνει πια. Τι κουραστικό, τι ηλίθιο να θέλεις να είσαι διαρκώς ευτυχισμένος (Ταχταρά 2024, 65).

Ταυτότητα και μνήμη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, πολλώ δε μάλλον όταν υπερβαίνονται τα όρια του προσωπικού, έννοιες σχετιζόμενες με τις ρίζες και την ιστορία μίας ομάδας, καθώς πρόκειται για την ανάδυση της πολιτισμικής ταυτότητας μέσα από τη συλλογική μνήμη, «Η μνήμη του παρελθόντος, η μνήμη του χώρου, η μνήμη της παιδικής ηλικίας είναι νοητικές αναπαραστάσεις τόσο της ατομικής όσο και της κοινής εμπειρίας, αποτελούν, δηλαδή, ένα πολιτισμικό θεμέλιο κοινό στα μέλη μιας ομάδας» (Πολυκανδριώτη 2002, 108). Η απομάκρυνση από την πατρίδα συχνά ακυρώνει και αφήνει κενό και έκθετο το αίσθημα του ανήκειν, γεννώντας την ανάγκη για έναν εκ νέου προσδιορισμό του κόσμου στον οποίο το Υποκείμενο υπό μετακίνηση ανήκει ή θεωρεί πως ανήκει.

Η απομάκρυνση αυτή συνεπάγεται και συχνά επιβάλλει την επανεκτίμηση όλων των σχέσεων που μας συνδέουν με την παράδοση, την ιστορία, τους ανθρώπους, το πολιτισμικό μας περιβάλλον, και τελικά μας εξαναγκάζει στη δημιουργία μιας νέας σχέσης με τη μακρινή πατρίδα, την ιστορία της και με όλα όσα την ορίζουν (Πολυκανδριώτη 2002, 109).

Ενίοτε, η νοσταλγία του μετανάστη ενισχύει τη διατήρηση του αισθήματος του ανήκειν στην πατρίδα. Κάποιες φορές όμως, η ταύτισή του με την αμετάβλητη προσωπική σταθερά που εκπροσωπεί για κάθε μετανάστη η πατρίδα, οδηγεί μοιραία σε μια εθνικιστική οπτική, η οποία, με τη σειρά της, υπονομεύει την επανεκτίμηση των σχέσεων με το έθνος. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ταχταρά, η διαδικασία επανασύστασης της σχέσης διαφοροποιείται ουσιαστικά οδηγώντας σε μια πιο ψύχραιμη και αντικειμενικότερη θεώρηση:

Ξέθαβα λεπτομέρειες, τικ και λέξεις των άλλων που νόμιζα ότι είχαν χαθεί για πάντα. Τα χάζευα όλα από την αρχή, σαν τουρίστας των αναμνήσεων. Είχα φτάσει εκεί, τόσα μίλια μακριά από όσα ήξερα και ήταν σαν να επικρατούσε μια περίεργη ησυχία. Μια ηρεμία. Χωρίς να φοβάμαι ότι θα εμφανιστεί κάποιος πίσω από τον ώμο μου και θα με ρωτήσει τι κάνω, έβαζα το χέρι μου βαθιά στο πηγάδι των αναμνήσεων, έβγαζα μία από αυτές έξω και την ξετίναζα, την έφερνα κοντά στα μάτια μου σαν μυωπικός επιστήμονας για να τη μελετήσω, να την παρατηρήσω από την αρχή, όλες τις διαστάσεις και τις λεπτομέρειες της, ακόμα και αυτές που δεν ήξερα ότι ήταν εκεί μέσα. Καμιά φορά τραβούσα και ανθρώπους, τους κοιτούσα προσεκτικά από κάθε γωνία, τους ξεσκόνιζα κουνώντας τους σαν κούκλες δεξιά και αριστερά και τους ξανάβαζα μέσα στο πηγάδι, πιο τακτοποιημένους, πιο ήρεμους (Ταχταρά 2024, 34).

Ο αυτοβιογραφικός λόγος «αποτελεί μια νοητική αναπαράσταση της ταυτότητας, αλλοιωμένης όμως μέσα από το φίλτρο του παρόντος της γραφής, αλλοιωμένης ακόμα και μέσα από το φίλτρο της ίδιας της ανάμνησης μέσα στην οποία συμπυκνώνονται η προσωπική μνήμη, η οικογενειακή μνήμη, η κοινή πολιτισμική μνήμη» (Πολυκανδριώτη 2002, 109). Η ποιητική της αυτοαναφορικότητας μαζί με την εξορία, εσωτερική ή εξωτερική, τη μνήμη, συλλογική ή ατομική, και την απώλεια με την επανεφεύρεση της ταυτότητας συνιστούν μια πολιτισμική και μία γλωσσική πρακτική της μετοικεσίας και της υβριδικότητας, που χαρακτηρίζουν τη μεταναστευτική γραφή (Dupuis 2005, 117). Η πολυπλοκότητα της λογοτεχνίας των συνόρων που αποτελείται από, κατά βάση, αυτοβιογραφικές αφηγήσεις, οδηγεί στη γένεση υβριδικών ειδών γραφής (Robin 1996). «Τα κείμενα που εντάσσονται στην αυτοβιογραφική αφήγηση προσδιορίζονται από τον όρο της αυτομυθοπλασίας (autofiction), όπου τα γεγονότα παρουσιάζονται με σχετική ελευθερία, δηλαδή εκλεκτική επιλογή, αλλοίωση ή και παράλειψη συμβάντων στην αναπαράσταση βιωμάτων και προσωπικών εμπειριών» (Βέικου και Λαλαγιάννη 2015, 88). Η νουβέλα της Γιώτας Ταχταρά

έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία: η ηρωίδα ζει ανάμεσα σε δυο πόλεις που έχω ζήσει κι εγώ (Αθήνα και Los Angeles), μιλάει για την ελληνική οικογένεια, για τη μητρότητα, για το χάος της γλωσσικής απόστασης όταν ζεις στο εξωτερικό – εμπειρίες που φυσικά μοιραζόμαστε. Αλλά οι δικές της περιπέτειες, οι άνθρωποι γύρω της, είναι όλοι πλασμένα από τη φαντασία μου.

Εκτός από έναν: ο γκοθάς γείτονας είναι βασισμένος στον πραγματικό μου γείτονα όταν ζούσα στο Hollywood, που μοιραζόμασταν μουστοκούλουρα και ελληνικό καφέ στα διαλείμματα των ταινιών τρόμου που γύριζε στην αυλή μας – και είμαστε ακόμα φίλοι! (στο Κόλλια 2026).

Το μεταναστευτικό Υποκείμενο έρχεται σχεδόν πάντα αντιμέτωπο με το κενό της γλωσσικής απόστασης, με τη γλώσσα και τη γλωσσική κατάκτηση να αποτελούν κοινά μοτίβα καθώς οι στρατηγικές διαχείρισης της γλώσσας πρέπει να επινοούνται και να ανανεώνονται. Μέχρι την ανάκτηση της νέας κουλτούρας και την οικειοποίηση της γλώσσας του Άλλου,

κάθε στιγμή ευτυχίας […] είναι ταυτόχρονα και μια στιγμή πανικού, ότι θα πω το λάθος πράγμα, ότι θα καταλάβει ότι δεν είμαι αρκετά καλή γι’αυτόν, ότι θα γνωρίσει κάποια […] που μιλάει την ίδια γλώσσα με εκείνον από τότε που γεννήθηκε και δεν σκοντάφτουν ποτέ σε ασυνεννοησίες. Κάποια που δεν διστάζει να πει αυτό που σκέφτεται γιατί πρέπει να το προβάρει πρώτα στο μυαλό της ώστε να είναι σίγουρη για το συντακτικό και την προφορά (Ταχταρά 2024, 13).

Ο χωρισμός ανάγεται σε σύμβολο υπαρξιακής κατάρρευσης, αλληλένδετης με τη γλωσσική έκφραση: «Break-up και heartbreak, αυτές τις λέξεις σκορπάνε γύρω μου κι εγώ κρατάω το break, το σπάσιμο, το ράγισμα, την ανεπανόρθωτη καταστροφή, που τίποτα δεν θα μείνει το ίδιο μετά από αυτή. Αλλάζει το τέλος όπως αλλάζουν οι ήχοι της γλώσσας. Αλήθεια, πώς αποφασίζεις σε ποια γλώσσα θα διηγηθείς τη δική σου ιστορία;» (Ταχταρά 2024, 32–33). Η γλώσσα αποτελεί τη συγκολλητική ουσία ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, το βίωμα και την έκφραση, τη δύναμη της επιβολής και την ελευθερία της επιλογής. Αναπαραστάσεις ατομικής και συλλογικής ταυτότητας που είναι αδύνατον να διαχωριστούν (Candau 1998, 71), μνήμη αυτοβιογραφική και ιστορική (Halbwachs 1997, 99), δημιουργούν ένα σφιχτό πλέγμα μέσα στο οποίο το Υποκείμενο νιώθει παγιδευμένο: «Χασκογελούσα μόνη μου και μετά σκεφτόμουν χαρακτήρες από ελληνικά βιβλία που αγαπούσα μικρή, να ζουν στο Λος Άντζελες και ερχόταν πάλι αυτή η αίσθηση της απομόνωσης, της σκέψης που δεν μπορούσα να μοιραστώ, που θα είχα να κάνω τόσες εξηγήσεις πριν το αστείο μου που καλύτερα να σιωπήσω» (Ταχταρά 2024, 64).

Με τη γραφή της, η Γιώτα Ταχταρά επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το παρελθόν δομώντας μια νέα πραγματικότητα των βιωμένων εμπειριών τις οποίες επιθυμεί να νοηματοδοτήσει από την αρχή. Άλλωστε, «κάθε αυτοβιογραφική πράξη είναι εκ των πραγμάτων επιλεκτική, ερμηνευτική και, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να θεωρηθεί και μυθοπλαστική» (Πολυκανδριώτη 2002, 109).

Ίσως χρειαζόταν η απόσταση για να μπορέσω να κάνω αυτό το ξεκαθάρισμα. Χρειαζόταν η πόλη με τις πολλές γλώσσες, το σπίτι με τα διαφορετικά τριξίματα από αυτά που είχα συνηθίσει. Δεν το πρόσεχες πόση φασαρία κάνει ένα σπίτι, παρά μόνο αν έχεις περάσει τη ζωή σου με αϋπνίες. Νομίζεις ότι είναι το πιο ακίνητο, συμπαγές πράγμα στη ζωή σου, αλλά αν το αφουγκραστείς όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνται, θα καταλάβεις ότι κουνιέται, ανατριχιάζει, τεντώνει τα κόκκαλά του και αναστενάζει από ανακούφιση (Ταχταρά 2024, 34–35).

Η συγγραφέας, χωρίς μελοδραματισμούς, αλλά με μια γραφή βαθιά λυρική, πατάει γερά και στις δύο ηπείρους, υπερβαίνοντας τα όρια του Ατλαντικού. Ανήκοντας στη νέα γενιά της ελληνικής διασποράς στις Η.Π.Α., που δεν συγκρίνεται με την εμπειρία της πάλαι πότε εργατικής τάξης, επαναφέρει τα κρίσιμα ζητήματα που εγείρει διαχρονικά η εμπειρία της μετοικεσίας, σκιαγραφώντας τα, όμως, με μια πιο διαυγή και, ενίοτε, ανάλαφρα αισιόδοξη ματιά.

Ο τίτλος ήρθε από μια επίσκεψη στο παιδικό μουσείο επιστήμης του Ann Arbor που είχε στον τοίχο διάφορα «fun facts» και καθώς χάζευα εκεί είδα τα περίφημα οχτώ λεπτά – ο χρόνος που θα χρειαστεί μέχρι να καταλάβουμε στη γη ότι ανατινάχτηκε ο ήλιος. […] Αυτό σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεκινήσει αυτή η αντίστροφη μέτρηση, ερήμην μας. Άρχισα αμέσως να ρωτάω τους πάντες τι θα έκαναν αν ήξεραν πως θα είχαν μόνο οχτώ λεπτά ζωής και οι απαντήσεις των φίλων μου ήταν πολλές φορές μια έκπληξη. Πρέπει να σου πω, δεν γνωρίζεις κάποιον αρκετά καλά μέχρι να σου πει με ειλικρίνεια τι θα ήθελε να κάνει στα τελευταία του οχτώ λεπτά στον πλανήτη (στο Κόλλια 2026).

Αυτά τα «οκτώ λεπτά» μπορεί και να είναι αρκετά για να σκεφτούμε, περνώντας από την μια ανάμνηση στην άλλη, «πόσες από αυτές τις επιλογές θα είχ[αμε] κρατήσει αν [ξέραμε] πως θα ήταν η τελευταία [μας] μέρα εδώ» (στο Κόλλια 2026).

Μάρτιος 28, 2026.

Δύο φορές βραβευμένη για τις μεταδιδακτορικές της έρευνες, με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. και το Βραβείο Έρευνας και Καινοτομίας του Α.Π.Θ., η Ολυμπία Αντωνιάδου είναι Καθηγήτρια Σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Έχει διδάξει μαθήματα γαλλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, συγκριτικής γραμματολογίας και πολιτισμού στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, στο Διατμηματικό Π.Μ.Σ. Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και στο Διαπανεπιστημιακό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Erasmus Mundus CLE «Ευρωπαϊκοί πολιτισμοί και λογοτεχνίες» (Α.Π.Θ., Πανεπιστήμια Στρασβούργου, Μυλούζης και Μπολώνια). Από το 2014 διδάσκει ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ως Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό στο Ε.Α.Π., στο προπτυχιακό πρόγραμμα ΕΠΟ και στο Π.Μ.Σ. «Δημιουργική Γραφή». Ως Επισκέπτρια Ερευνήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, ασχολήθηκε με τις μεταναστευτικές κουλτούρες και διαπολιτισμικές επιρροές στην ιρανική πολιτισμική παράγωγη στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε διεθνή περιοδικά και συλλογικούς τόμους σχετικά με τη γαλλόφωνη λογοτεχνία, τη μεταναστευτική και διασπορική εμπειρία, ζητήματα ετερότητας και ταυτότητας και τους μύθους. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας και του Διεθνούς Συμβουλίου Γαλλόφωνων Σπουδών CIEF (Conseil International d’Études Francophones).

Ευχαριστίες: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον εκδότη του Ergon για τον γόνιμο διάλογο σχετικά με το κείμενό μου και για τις πολύ ουσιαστικές επισημάνσεις του.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Anzaldúa, Gloria. 1999. Borderlands/La Frontera. The New Mestiza.San Francisco: Aunt lute Books.

Appadurai, Αrjun. 1996a. Modernity at Large: Cultural Dimensions of Globalization. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Appadurai, Arjun. 1996b. "Global Ethnoscapes: Notes and Queries for a Transnational Anthropology." In Recapturing Anthropology: Working in the Present, Richard Fox (ed.), 191–210. Santa Fe: School of American Research.

Ashcroft, Bill, Griffiths, Gareth & Tiffin, Helen. 2007. Key Concepts in Post Colonial Studies. London and New York: Routledge.

Berry John. W. 2002. “Conceptual Approaches to Acculturation.” In Acculturation: Advances in Theory, Measurement and Applied Research, K.M. Chun, P.B. Organista & G. Marin (eds.), 17–37. Washington, DC: American Psychological Association.

Bhabha, Homi. 1990. Nation and Narration.London and New York: Routledge.

Bhabha, Ηomi. 1994. The Location of Culture.London: Routledge.

Crane, Ralph J., Mohanram, Radhika. 2000. “Introduction: Constructing the Diasporic Body.” In Shifting Continents / Colliding Cultures: Diaspora Writing of the Indian Subcontinent, Crane & Mohanram (ed.), vii-xv. Cross / Cultures 42. Amsterdam & Atlanta GA: Rodopi.

Dupuis, Gilles. 2005. Littérature migrante. In Vocabulaire des études francophones. Les concepts de base, M. Beniamino et L. Gauvin Dir., 117–19. Limoges: Presses Universitaires de Limoges.

Candau, Joël. 1998. Mémoire et identity. Paris: PUF.

Halbwachs, Maurice. 1997 [1950]. La mémoire collective.Paris: Albin Michel.

Motlagh, Behzad Nazari. 2011. Les stéréotypes à travers le prisme de l’imagologie. Recherches en langue et Littérature Françaises Revue de la Faculté des Lettres Année 5, No. 7: 61–81. https://journals.tabrizu.ac.ir/article_655.html

Leerssen, Joep. 2016. “Imagology: On Using Ethnicity to Make Sense of the World.” Iberic@l. 10, 13–31.

Robin, Régine.1996. L’immense fatigue des pierres. Biofictions. Montréal: XYZ.

Sibony, Daniel. 1991. Entre-deux, l’origine en partage. Paris: Seuil.

Yarbro-Bejarano, Yvonne. 1994. “Gloria Anzaldúa’s Borderlands/La Frontera: Cultural Studies, ‘Difference,’ and the Non-Unitary Subject.” Cultural Critique, 28: 5–28.

Βέικου, Μαριάνθη & Λαλαγιάννη, Βασιλική. 2015. «Μετανάστευση και λογοτεχνική γραφή: ορισμοί, διαδράσεις, εννοιολογικοί σχηματισμοί». Στο Μετανάστευση, Κοινωνικές και Πολιτισμικές Εκφάνσεις [Προπτυχιακό εγχειρίδιο], Μαριάνθη Βέικου & Βασιλική Λαλαγιάννη (επιμέλεια). Κάλλιπος: Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις. https://hdl.handle.net/11419/5226

Ταχταρά, Γιώτα. 2024. «Οι γείτονες», ΧΑΡΤΗΣ 71. https://www.hartismag.gr/hartis-71/poiisi-kai-pezografia/oi-gheitones

Κόλλια, Μαριλένα. 2016. «Γιώτα Ταχταρά: Το αμερικανικό όνειρο και η “Άις”», Φεβρουαρίος 10 (συνέντευξη). https://www.news247.gr/politismos/vivlia/giota-taxtara-to-amerikaniko-oneiro-kai-i-ais/

Πολυκανδριώτη, Ουρανία. 2002. «Μνήμη και ταυτότητα: Παρατηρήσεις σε ορισμένα κείμενα της ελληνικής διασποράς στη Γαλλία τον 20ό αι». Σύγκριση, 13: 105–19.