ISSN:

Ποιος Απόδημος Ελληνισμός καλείται να ψηφίσει;

Κωνσταντίνος Καλύμνιος

Κάθε φορά που η Ελλάδα απευθύνεται στον «Απόδημο Ελληνισμό», θεωρεί περίπου δεδομένο ότι γνωρίζουμε για ποιον μιλάμε.

Ο όρος συγκεντρώνει κάτω από μία ονομασία ανθρώπους και παροικίες που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικές χώρες, εποχές και μεταναστευτικές συνθήκες, ενώ οι σχέσεις τους με την Ελλάδα εξελίσσονται από γενιά σε γενιά. Κι όμως, μεγάλο μέρος της πολιτικής και συμβολικής σχέσης της Ελλάδας με τις παροικίες του εξωτερικού εξακολουθεί να στηρίζεται στην εικόνα ενός αναγνωρίσιμου συλλογικού υποκειμένου, ενωμένου από την καταγωγή και στραμμένου προς ένα κοινό εθνικό κέντρο.

Οι μόλις 198 εγγραφές Ελλήνων πολιτών της Αυστραλίας στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του εξωτερικού, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου, προσφέρονται ως αφορμή για εύκολα συμπεράσματα.

Σε μια χώρα όπου εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δηλώνουν ελληνική καταγωγή, ο αριθμός φαίνεται σχεδόν αμελητέος. Απέναντι σε ποιο σύνολο, όμως, τον τοποθετούμε;

Στους Έλληνες πολίτες που κατοικούν στην Αυστραλία, στους γεννημένους στην Ελλάδα, σε όσους δικαιούνται ελληνική ιθαγένεια, σε όσους δηλώνουν ελληνική καταγωγή ή σε όλους εκείνους που, με πολύ διαφορετικούς τρόπους, μετέχουν στην ελληνική Αυστραλία;

Ο παρονομαστής αλλάζει και μαζί του αλλάζει και το νόημα του αριθμού. Πριν οι 198 μας πουν κάτι για την ομογένεια, χρειάζεται να ξέρουμε ποια ομογένεια έχουμε κατά νου.

Η επιστολική ψήφος κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Ο νόμος 5285/2026 επέκτεινε την επιστολική ψήφο στις βουλευτικές εκλογές για τους εκτός Επικρατείας εκλογείς και προέβλεψε εκλογική περιφέρεια Απόδημου Ελληνισμού τριών εδρών. Ο νόμος μπορεί να προσδιορίσει με σχετική ακρίβεια ποιος είναι πολίτης, ποιος έχει εκλογικό δικαίωμα και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να το ασκήσει από το εξωτερικό.

Ο «Απόδημος Ελληνισμός», όμως, είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Έχει σχηματιστεί από αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα, μόνιμες εγκαταστάσεις, οικογένειες, παροικίες και ταυτότητες που πέρασαν από τη μία γενιά στην άλλη, αλλάζοντας στην πορεία. Όταν λοιπόν περνούμε από τον «εκτός Επικρατείας εκλογέα» στον «Απόδημο Ελληνισμό», περνούμε από μια σχετικά ακριβή νομική κατηγορία σε μια ιστορική πραγματικότητα με πολύ πιο ασαφή όρια.

Ακόμη και η λέξη «απόδημος» κουβαλά μέσα της μια συγκεκριμένη γεωγραφία. Κάποιος έφυγε από κάπου και έκτοτε βρίσκεται «έξω», ενώ ο τόπος της αναχώρησης εξακολουθεί να λειτουργεί ως το σημείο αναφοράς. Για τη μεταναστευτική γενιά αυτό είχε σαφές βιωματικό περιεχόμενο.

Η Ελλάδα ήταν ο τόπος όπου είχε γεννηθεί, είχε μεγαλώσει, είχε ζήσει και από τον οποίο είχε πράγματι αναχωρήσει. Με τις επόμενες γενιές, όμως, η λέξη αρχίζει να λειτουργεί διαφορετικά. Η μετανάστευση του παππού εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται ο εγγονός. Μαζί με την καταγωγή, ο εγγονός κληρονομεί έτσι και μια αναχώρηση την οποία ο ίδιος ουδέποτε πραγματοποίησε. Η επιστολική ψήφος μπορεί να γεφυρώσει τη γεωγραφική απόσταση από την Ελλάδα, ενώ η απόσταση που δημιούργησε ο ιστορικός χρόνος είναι άλλης τάξεως. Τρεις ή τέσσερις γενιές ζωής στην Αυστραλία έχουν μεταβάλει το ίδιο το περιεχόμενο της σχέσης που καλείται πλέον να γεφυρώσει.

Η συζήτηση περί αφομοίωσης συχνά μας παραπλανά. Συνήθως φανταζόμαστε μια αρχική ελληνικότητα που σταδιακά αραιώνει όσο οι γενιές απομακρύνονται από τη μετανάστευση. Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη, επειδή μεταβάλλεται κυρίως ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους τα διάφορα στοιχεία του ανήκειν.

Για τη μεταναστευτική γενιά, η γλώσσα, η πολιτική ιδιότητα, η οικογενειακή μνήμη, ο πολιτισμός και η πατρίδα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να συναντώνται στην Ελλάδα. Στις επόμενες γενιές αποκτούν διαφορετικές γεωγραφίες. Η πολιτική ζωή μπορεί να έχει ως αυτονόητο χώρο την Αυστραλία, ενώ η Ελλάδα παραμένει τόπος ιστορικής και συναισθηματικής αναφοράς. Διαφορετικές όψεις του ανήκειν κατανέμονται έτσι σε διαφορετικούς τόπους, χωρίς να χάνουν κατ' ανάγκην τη μεταξύ τους σχέση.

Η διασπορά διαθέτει επίσης πολύ μικρότερη εσωτερική ομοιογένεια από εκείνη που της αποδίδει ο ενικός αριθμός του «Απόδημου Ελληνισμού». Τη διατρέχουν ταξικές και οικονομικές διαφορές, διαφορετικές μορφωτικές και μεταναστευτικές διαδρομές, άνισοι βαθμοί συμμετοχής στην οργανωμένη παροικία και διαφορετικές αντιλήψεις για το ίδιο το περιεχόμενο της ελληνικής ταυτότητας.

Η ελληνικότητα μπορεί να βιώνεται κυρίως μέσα από τη γλώσσα, την οικογενειακή μνήμη, τη θρησκεία, την ιστορία ή την κοινωνική ζωή, ενώ συχνά συνυπάρχει με άλλες εθνοτικές καταγωγές και με περισσότερες από μία ιθαγένειες. Η κοινή αναφορά στην Ελλάδα συνδέει έτσι ανθρώπους των οποίων η κοινωνική θέση, η πολιτική εμπειρία και η κατανόηση της καταγωγής τους μπορεί να διαφέρουν ριζικά. Ο «Απόδημος Ελληνισμός» περιγράφει επομένως ένα πεδίο σχέσεων και εμπειριών πολύ περισσότερο από ένα ομοιογενές συλλογικό υποκείμενο.

Οι χαμηλοί αριθμοί εγγραφών αποκτούν μέσα σε αυτή την πραγματικότητα διαφορετική σημασία. Η εκλογική συμμετοχή αποτελεί μία μόνο μορφή σχέσης με την Ελλάδα και δύσκολα μπορεί από μόνη της να λειτουργήσει ως μέτρο της έντασης μιας διασπορικής ταυτότητας. Η περιορισμένη ανταπόκριση στην επιστολική ψήφο μπορεί επομένως να συνυπάρχει με έντονη συμμετοχή στη γλώσσα, στη μνήμη, στον πολιτισμό και στην παροικιακή ζωή.

Η εσωτερική αυτή πολυμορφία θέτει και το ζήτημα της εκπροσώπησης. Η σχέση της Ελλάδας με τις παροικίες του εξωτερικού πέρασε επί δεκαετίες σε σημαντικό βαθμό μέσα από οργανώσεις, εκκλησιαστικές αρχές και πρόσωπα στα οποία αποδόθηκε, επίσημα ή άτυπα, αντιπροσωπευτικός ρόλος.

Όσο περισσότερο διαφοροποιούνται οι διασπορικές κοινωνίες, τόσο δυσκολότερα η θεσμική παρουσία ορισμένων φορέων μπορεί να εκληφθεί ως έκφραση του συνόλου τους. Η επιστολική ψήφος εισάγει εδώ κάτι ουσιαστικά διαφορετικό: δημιουργεί μια άμεση πολιτική σχέση ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και στον πολίτη του εξωτερικού, πέρα από τις παραδοσιακές μορφές παροικιακής διαμεσολάβησης.

Το ζήτημα φτάνει πολύ πέρα από την κάλπη. Ύστερα από περισσότερο από έναν αιώνα οργανωμένης ελληνικής ζωής, η ελληνική Αυστραλία έχει αποκτήσει δική της ιστορική εμπειρία, λογοτεχνία, συλλογική μνήμη, θεσμούς, διαμάχες και τρόπους έκφρασης. Έχει προ πολλού υπερβεί τον ρόλο του θεματοφύλακα ενός πολιτισμού που δημιουργείται στην Ελλάδα, καθώς προσλαμβάνει την ελληνική κληρονομιά μέσα από την αυστραλιανή εμπειρία, τη μετασχηματίζει και δημιουργεί δικές της μορφές ελληνικότητας. Παράγει, με άλλα λόγια, και η ίδια Ελληνισμό.

Αυτή είναι και η ουσιαστική σημασία ενός πολυκεντρικού Ελληνισμού. Η Αθήνα, η Μελβούρνη και άλλοι τόποι ελληνικής ζωής αποτελούν διαφορετικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία η γλώσσα, η μνήμη, η θρησκεία, η πολιτειότητα και η ίδια η έννοια της ελληνικότητας αποκτούν διαφορετικές αποχρώσεις και σημασίες. Η Ελλάδα διατηρεί τη μοναδική ιστορική, γλωσσική και συμβολική θέση της, ενώ οι διασπορικές κοινωνίες έχουν δικές τους ιστορικές εμπειρίες και συμμετέχουν στη συνεχή διαμόρφωση του Ελληνισμού. Η πολυκεντρικότητα αφορά επομένως κάτι βαθύτερο από τη γεωγραφική εξάπλωση ενός λαού: αφορά και το πού παράγεται ο πολιτισμός του, ποιος τον ερμηνεύει και από ποιες εμπειρίες αντλεί το περιεχόμενό του.

Κάπου εδώ οι 198 αποκτούν το πραγματικό τους ενδιαφέρον. Δύσκολα μπορούν να λειτουργήσουν ως μέτρο της σχέσης της ελληνικής Αυστραλίας με τον Ελληνισμό, επειδή καταγράφουν μία μόνο έκφανσή της: την προθυμία συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία του ελληνικού κράτους. Η πρώτη γενιά μετέφερε την Ελλάδα μαζί της ως μνήμη ενός τόπου που είχε ζήσει, ενώ οι επόμενες δημιούργησαν μέσα από αυτή τη μνήμη νέους τόπους ελληνικής εμπειρίας. Οι 198 ίσως λοιπόν αποκαλύπτουν λιγότερα για την ελληνική Αυστραλία και περισσότερα για την απόσταση που χωρίζει την παλαιά θεσμική εικόνα ενός ενιαίου Απόδημου Ελληνισμού, στραμμένου πολιτικά προς την Ελλάδα, από τον πολυκεντρικό Ελληνισμό που έχει στο μεταξύ διαμορφωθεί.

Οκτώβριος 10, 2026

Ο Κωνσταντίνος Καλύμνιος είναι διανοούμενος, συγγραφέας, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δικηγόρος. Ζει στη Μελβούρνη της Αυστραλίας.

Πρώτη δημοσίευση: Neos Kosmos, 30 Σεπτεμβρίου 2026.