ISSN:

Μὲ θέα τὴ θάλασσα

Φεβρουάριος, ὁ μήνας τῶν ἀναχωρήσεων.
Τὰ πλοῖα ἔφευγαν ἀργὰ σὰν σ’ ἐφιάλτη.
Καὶ ὅλα σώπαιναν.

Τὸ Ἀτμόπλοιο KAISER FRANZ JOSEF I
κατασκευάστηκε γιὰ τὴν Αὐστριακὴ Ἕνωση τῆς Τεργέστης
τὸ 1911 ἀπὸ τὴν πλοιοκτήτρια Ἑταιρεία
Ναυτικὸ Ναυπηγεῖο Τεργέστης, στὸ Μονφαλκόνε
(Μηχανὲς τῆς D. Rowan&Co, Γλασκώβη)
κόροι ὁλικῆς χωρητικότητος πλοίου 12,567
μῆκος 477.5 πόδια
πλάτος 60.2 πόδια
δυὸ φουγάρα
δυὸ ἱστία
διπλὴ προπέλα
ταχύτητα 17 κόμβων
χωρητικότητα 125 ἐπιβατῶν A΄ θέσεως
550 ἐπιβατῶν B΄ θέσεως καὶ
1.230 ἐπιβατῶν Γ΄ θέσεως.
Τὴν 25η Μαΐου τοῦ 1912 ξεκίνησε τὸ παρθενικὸ ταξίδι του,
Τεργέστη, Πάτραι, Παλέρμο, Ἀλγερία καὶ Νέα Ὑόρκη.
Τὸ ἔσχατο ταξίδι του σὲ αὐτοὺς τοὺς προορισμοὺς ἔγινε
τὴν 13η Ἰουνίου τοῦ 1914.

Ἀριθμὸς Ὁμάδας:

P00040-4

Αριθμὸς Σελίδος Ἀναφ.:

84

Ἀριθμὸς Σελίδος Ναυτολογίου:

0014

Ὄνομα:

Σπυρίδων

Ἐπίθετο:

Σακελλίων

Ἡλικία:

25 ἐτῶν

Κωδικὸς Φύλου:

Ἄρρεν

Οἰκογενειακὴ Κατάστασις:

Ἄγαμος

Πολίτης ΗΠΑ;

Ὄχι

Μέλος Πληρώματος;

Ὄχι

Ἐθνικότης:

Ἑλλάς, Ἕλλην

Τόπος Διαμονῆς:

Πόρος, Ἑλλὰς

Ὄνομα Πλοίου:

Kaiser Franz Josef I

Ἡμερομηνία Ἀφίξεως:

4η Μαρτίου 1914

Λιμὴν Ἀφίξεως Πλοίου:

Νέα Ὑόρκη

Λιμὴν Ἀναχωρήσεως:

Πάτραι

Συνήθης Λιμὴν Ἀναχωρήσεως:

Πάτραι, Ἀχαΐα, Πελοπόννησος, Ἑλλὰς

Ἀριθμὸς Ταυτότητος:

100404100014


Διέσχισα τὸν ὠκεανὸ μὲ ὅλες τὶς καταιγίδες καὶ τὰ
θεόρατα κύματα, ὡς ἐπιβάτης τῆς Γ΄ θέσεως
στὸ Ἀτμόπλοιο KAISER FRANZ JOSEF I
μαζὶ μὲ πολλοὺς Ἕλληνες μετανάστες.
Ἤμουν ὁ μόνος ἀπ’ τὸ νησί μου
ποὺ μπάρκαρε.

Κοίταζα ἐπὶ ὧρες τὸν οὐρανὸ τοῦ Νέου Κόσμου
ποὺ γέμιζε ἀπ’ τὰ γκριζόμαυρα πέπλα καπνοῦ.
Στὴ Νῆσο Ἕλλη εὑρέθην ἀπολύτως ὑγιής.
Ἔκανα τὸν σταυρό μου ὅταν περάσαμε
ἀπ’ τὸ θεόρατο Ἄγαλμα τῆς Γυναίκας.
Ἔβγαλα τὸν σκοῦφο μου καὶ τὴ χαιρέτησα.
Σουρούπωνε.
Ὥστε αὐτὴ ἦταν ἡ Νέα Ὑόρκη.
Ὥστε αὐτὴ ἦταν ἡ Ἀμερική.
Ὥστε αὐτὸ θὰ ἤμουν ἐγὼ γιὰ χρόνια—
μετανάστης μὲ τὸ μπαοῦλο μου
εἶπα στὰ ψαροπούλια.

Πῆγα στὴν Ἀμερικὴ γιὰ ν’ ἀποκτήσω χρήματα
καὶ ν’ ἀγοράσω τὸ περιβόλι.
Δὲν κατεῖχα τὴ γλώσσα. Προσπάθησα.
This is a face.
Eyes, nose, and mouth
are parts of a face.
Ἔστελνα λεφτὰ ἀπ’ τὴ
Μακόλι Ἄβενιου, Τσατανούγκα, Τεννεσί,
ὅλα στὸ ὄνομα τοῦ πατέρα μου.

Ὅταν ἐπέστρεψα στὸ νησί, τὰ λεφτὰ εἶχαν ξοδευτεῖ.
Κατετάγην στὸν στρατὸ
ἐθελοντὴς στοὺς Βαλκανικούς,
ἐθελοντὴς καὶ στὸν Μεγάλο Πόλεμο.
Στὰ πεδία τῶν μαχῶν ἤμουν παρὼν
κι ἐπέζησα τῆς πύρινης κολάσεως
μὲ τὸ καλό μου ὅπλο
καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἄρχισα νὰ καπνίζω.

This is his body:
his head, his arms,
his legs
are parts of a man.

Ταξίδεψα πίσω στὸν Νέο Κόσμο.
Δὲν περιπλανήθηκα.
Στὸ ἴδιο μέρος ταβερνιάρης.
Ἔγινα στοιχειὸ
καὶ κανεὶς δὲν μ’ ἔβλεπε
γιὰ νὰ μὲ σώσει.

Πέρασαν δέκα χρόνια
καὶ τὰ φουσκωμένα κύματα
μοῦ χτυποῦσαν τὴν πόρτα
καὶ ξαφνικὰ πήραμε τὴ μοιραία ἀπόφαση.
Κάψαμε τὸ μαγαζὶ
καὶ τὰ λεφτὰ τῆς ἀσφάλειας
τὰ μοιραστήκαμε στὰ δυὸ
ἐγώ κι ὁ συνεταῖρος μου.

Ἐνῶ ἡ φωτιὰ ρίπιζε λαίμαργα
τὰ σιδερένια τραπέζια καὶ τὰ σερβίτσια
στὴν πολιτεία τοῦ Νότου
ποὺ μ’ ἔδιωχνε πιά,
εἶδα μέσα στὴ λάμψη τὸ νησί, εἶδα
τὰ κύματα νὰ χαϊδεύουν τὰ βουνά του.
Ἐπιθύμησα τότε νὰ φυτέψω κάτι
καὶ νὰ τὸ δῶ ν’ ἀνθίζει.

Κλείστηκε στὸ δέντρο
καὶ εἶδε σπίτια πλωτὰ
μὲ πόρτες καὶ παράθυρα.
Δὲν ἔχει ἡ θάλασσα φωτιά.
Ἔγινε ἀμίλητος.

Εἶδα τὶς ἀδελφές μου στρογγυλὲς κι ἀνυπόμονες.
Ἀγόρασα μπαοῦλα καὶ Μπαγιὸν νὰ τὶς προικίσω
κι ἕνα χαλὶ μὲ ἀναπαράσταση
ἀμερικάνικης ἀνακωχῆς.
Μερόνυχτα περίμενα στὴν κουπαστὴ
μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα
νὰ δῶ τὸ λιμάνι τῶν Πατρῶν.
Κύριε, πάρε τὸ ἁλάτι ἀπὸ τὰ μάτια μου.

Στὸ νησὶ βρῆκα τοὺς συγγενεῖς μου
ἀλλαγμένους ἀπὸ τὶς δυσκολίες
νὰ κάνουν πολλὰ παιδιά.
Ἑβδομάδες παρατηροῦσα τοὺς μύλους
στὴ ράχη τῶν λόφων,
τὸ μηχανικὸ ρολόι μὲ τὸν ἦχο σὰν σήμαντρο
τοὺς ναῦτες νὰ βηματίζουν
μὲ ἐμβατήρια καὶ σάλπιγγες.
Δόξα σοι ὁ Θεός.

Ἀγόρασα τὸ περιβόλι κι ἔγινα κτηματίας.
Τὸ ἀγάπησα τὸ κτῆμα αὐτό,
ἀγάπησα τὸ χῶμα,
τὰ ἄνθη του τὴν ἄνοιξη,
τὶς κότες ποὺ τὸ τσιμπολογοῦσαν,
τὰ σκυλιὰ ποὺ τὸ προστάτευαν,
τὸ πηγάδι γιὰ νὰ μαζεύει τὸ νερὸ τῆς βροχῆς,
τὸ μαγγανοπήγαδο μὲ βαροῦλκο
καὶ γρανάζια ποὺ ἔφερνε τὴν κίνηση κάθετα
καὶ τὸ ἄλογο ποὺ τὸ κινοῦσε κυκλικά.
Ἀκόμη καὶ τὰ γάρδη ποὺ ἄρδευα.
Τὸ ἀναγνώριζα μὲ τὰ μάτια κλειστά.
Καιρὸς νὰ βρῶ γυναίκα.

Πρὶν ἀπὸ τὸν γάμο μας ἡ Νίνα ἐργαζόταν στὸ σπίτι,
ἔφτιαχνε καπέλα μὲ ὑφάσματα ποὺ ἀγόραζε ἀπὸ τὴν Ἑρμοῦ.
Ὅλες οἱ γυναῖκες τῶν ἀξιωματικῶν θέλανε καπέλα
γιὰ τὶς δεξιώσεις,
τὰ παραγγέλνανε σ’ ἐκείνη·
καπέλα ἀσορτὶ μὲ τὰ φορέματα
καὶ τὰ παλτό.
Εἶχε καλούπια, ἔρχονταν γιὰ πρόβα,
ζητοῦσαν διορθώματα.

Ἕνα καπέλο ἔχει μιὰ κλίση,
ἔχει καμπύλες, μιὰ πόζα.
Κρύβει ἐπιμελῶς τὴν κόμη
μὲ τὸ βέλο καὶ τὸ μαῦρο ἀσήμωμα τοῦ σατέν·
τὸ γεῖσο του, ἴσως τὸ ἕνα φρύδι,
ραβόταν γιὰ ἐρωτικὰ ὑπονοούμενα.

Τῆς ἔκαναν προξενειὸ ἕναν φαρμακοποιό,
ἕναν ἀξιωματικὸ τοῦ ναυτικοῦ —
ἀνθρώπους μὲ μέλλον.
Ἐκείνη παντρεύτηκε ἕναν ἄντρα μὲ παρελθόν.
Καὶ σταμάτησε νὰ φτιάχνει καπέλα.

Μοῦ εἶπε: «Γεννήθηκα στὴ Βάρνα,
δίπλα στὸν Δούναβη.
Μὲ ὀνόμασαν Εἰρήνη.
Ὁ πατέρας μου ἤτανε καπετάνιος,
διέσχιζε τὸ ποτάμι μὲ τὴ μαούνα πέρα-δῶθε».
Τὴν παντρεύτηκα.
Ὁ Πονηράκης ποὺ ἔχει τὰ φυτώρια ἦταν
κουμπάρος καὶ μᾶς φύτεψε κάλλες, τουλίπες,
φύτεψε κόκκινο σταφύλι στὴ στέρνα,
ἀσφοδέλια. Τὸ κτῆμα μας ἔγινε ἀνθοκήπιο.
Κάναμε δυὸ γερὰ παιδιά.
Τὰ βάφτισα στὸ Μοναστήρι,
τοὺς ἔδωσα ὀνόματα ποὺ διαρκοῦν.

Τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων ἐπενδύσεων
γεννήθηκαν—
ἡ ἐμπιστοσύνη του σ’ ἕνα καλύτερο μέλλον
ἀποκαταστάθηκε.

Μοῦ λὲν τὰ στόματα τῶν φύλλων
μέσα στὴ γῆ ἐγγράφεται ἕνα σχέδιο.
Φαντάζομαι ἕνα σύστημα ριζῶν
ποὺ μένουνε ἀβάπτιστες καὶ
φευγαλέες.

Κι ἐσὺ μοῦ ψιθυρίζεις «τὰ δέντρα κρύβουν»
καὶ ψάχνω τὶς ἀλλαγὲς
στὰ ἑσπεριδοειδῆ μας:
ἐδῶ πυκνὸς κι ἀπότομος
ἐκεῖ ἑλικοειδὴς καὶ ἤρεμος ὁ χρόνος.

This is a steam.
This is a pot.
This is the cover of the pot.
This is a flame

Γλυκὸ κουταλιοῦ Ἀνθὸς Λεμονιᾶς

Ἀπρίλιος 1924

100 δράμια ἄνθος διαλεγμένον καλὰ
1 ὀκὰ ζάχαρι

Θὰ βάλετε νερὸ νὰ βράση
καὶ θὰ ρίψετε τὸ ἄνθος μέσα
νὰ πάρη 4-5 βράσαις
τότε θὰ τὸ στραγγίσητε
καὶ θὰ τὸ ξαναβράσετε πάλιν
ἕως ὅτου πάρετε μὲ τὸ χέρι σας καὶ ἰδῆτε νὰ εἶνε βρασμένον
ὅπως δοκιμάζομεν τὰ χόρτα.
Ἀφοῦ βράση θὰ ἔχετε ἑτοιμάσει εἰς μίαν λεκάνην λεμονάδα
τὸ ρίπτετε μέσα καὶ τὸ ἀφήνετε εἰς τὸν ἥλιον 1 ὥραν
μετὰ θὰ τὸ λευκάνετε μὲ 5-6 νερὰ
ἔχετε τὴν ζάχαριν δεμένην καλὰ μὰ καλὰ
ρίπτετε τὸ ἄνθος μέσα
καὶ τὸ δένετε εἰς δυνατὴν φωτιὰν
διότι ὅταν σιγοβράζη μαυρίζει.

ΥΓ.: Σεμίραμίς μου, νὰ μοῦ φιλήσεις τὰ παιδάκια σου!

Ταβέρνα σὲ στενὸ μὲ φούρνους
Μαρίδες
Ρετσίνα φουσαΐτικη
Τουλούμι μὲ μοῦστο

Ἡ ταβέρνα μου ἦταν μικρὴ στὸ σοκάκι
ποὺ ἔβγαζε στὴν πλατεία—
εἶχα καὶ τὸ παιδὶ γιὰ βοηθό.
Μεσοῦντος τοῦ πολέμου
τὸ παιδὶ καβαλίκευε τὸ ἄλογο
κι ἔφευγε γιὰ τὸν Δαμαλά.
Ρίχναμε τὴν καφετὶ κουβέρτα πάνω στὰ δέντρα
γιὰ νὰ τὴ δεῖ καὶ πίσω νὰ ἔρθει.
Ἂν δὲν τὴν ἔβλεπε, γύρναγε πίσω στὶς σπηλιές.
Τὴν ξέχασε ἡ γυναίκα μου νὰ τὴ μαζέψει μιὰ μέρα
κι ἐκεῖνος γύρισε σπίτι, οἱ Γερμανοὶ Ἄλτ! τοῦ φώναξαν
(Μήπως ἦταν κουφαλωμένο τὸ πηγάδι
καὶ εἶχε κρύψει ὅπλα, βενζίνες, πετρέλαια;)
Ἔτρεξε μακριὰ μ’ ὅλη τὴ δύναμη
καθὼς πηδοῦσε ἀπὸ τὴ μάντρα
πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ κτήματος
τὸν πυροβόλησαν.
Ἡ σφαίρα πέρασε ξυστὰ ἀπὸ τὸ αὐτί του.
Τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔψαξαν, βρῆκαν τὸ λεξικό.
Μ’ αἷμα τὸν γέμισαν.
Θὰ τὸν τουφέκιζαν στὴν πλατεία.
Ἔτρεξα στὸν δωσίλογο,
τοῦ ἔταξα τὸ κτῆμα, τὸ πατρικό,
τοῦ ἔταξα τὸ λάδι νὰ σωθεῖ τὸ παιδί—
δὲν φταίει σὲ τίποτα, ἀγγλικὰ μαθαίνει
τοῦ ἀρέσουν οἱ ξένες γλῶσσες—
Look, a pocket book:
What is this?
This is an animal.
These are some animals: a goat, a pig, a horse.

What is this? This? THIS?—
μόνο νὰ σωθεῖ τὸ παιδί.
Ἔτρεξα καὶ στὴ Ματίνα τὴ γειτόνισσα
ποὺ ἤξερε γερμανικὰ καὶ μετέφραζε
καὶ ἔβαζε κι ἄλλα ποὺ δὲν ἔλεγα—
ὕστερα ἀπὸ κάμποση ὥρα ἐπέστρεψε.

Ὁ κόλπος ὁλοένα κι ἔκλεινε,
οἱ βάρκες εἶχαν μαζεμένα τὰ πανιά,
ἀλλόφρων διέσχιζε τὴν προκυμαία
κι οἱ φλόγες τινάζονταν στὰ πόδια του,
τὰ ἄλογα χλιμίντριζαν, τὰ κύματα ἄφριζαν,
οἱ βάρκες σφύριζαν,
ἕνα παράθυρο χτυποῦσε στὸν ἀέρα,
ὁ θρῆνος της γέμιζε τὰ σοκάκια σὰν
σειρήνα—ποιός ἀποφασίζει τί ἐπιζεῖ;

Ice is solid.
This is ice.

Τὰ κυπαρίσσια ἔγειραν ἀπότομα πάνω στὸ σπίτι
εἶπε στὸν γιό της κατρακυλάω—
γιὰ νύχτες ἀκροβάτης, ἔπεφτε
κι ἡ θάλασσα ἦταν χαμηλή, γεμάτη βράχια
καὶ κολύμπι δὲν ἤξερε.
Ὅταν συνῆλθε, ὅλοι χρειάζονταν κάτι
τὸ ἀπαιτοῦσαν μὲ διαφορετικὸ τόνο στὴ φωνή.

Ἀπαίτησα ἀπὸ τὸν γιό μου νὰ σπουδάσει γεωπόνος.
Ἐκεῖνος μὲ παράκουσε.
Τοῦ ἔκλεισα τὴν πόρτα.
Τὸν ἔδιωξα ἀπ’ τὸ σπίτι.
Οἱ πρῶτες συναλλαγές του ἔγιναν τὸ 1955
μὲ τὰ λεμόνια τοῦ κτήματος.
Συμφιλιωθήκαμε.
These are lemons.
These are oranges.
Lemons and oranges are fruit.

Ἦταν ἡ μόνη περιοχὴ ποὺ ἔβγαζε
καλῆς ποιότητας λεμόνια
καλὸ εἰσόδημα, τέσσερις φορὲς ἐτησίως
τὸ καλοκαιρινὸ τὸ δίφορο ἔφτασε ἐποχὴ
ποὺ πουλιόταν 2 δρχ. τὸ τεμάχιο
(προπολεμικῶς πουλιόντουσαν μὲ τὸ τεμάχιο
καὶ ὄχι μὲ τὸ ζύγι)
ἤτανε τὸ Λεμονοδάσος.

Φόρτωναν καΐκια οἱ Ποριῶτες,
τὰ πήγαιναν στὴν Ὀδησσὸ
Βίρα Μάινα κι ἔφερναν πίσω
μπρὶκ καὶ μαῦρο χαβιάρι καὶ στάρι Ρούσικο.
Διέπλεαν ὅλο τὸν Εὔξεινο Πόντο
Κωνσταντινούπολη, Κωστάντζα, Ρουμανία
καὶ τὴν Ἀδριατική, Μπουργκάς, Τεργέστη,
Βενετία, Μπάρι, Ἀνκόνα
ἤτανε δύσκολη ἡ θάλασσα, εἶχε φάει πολλούς.
Ὅποιος πήγαινε πρῶτος μὲ τὸ καΐκι
εἶχε καλύτερη τιμὴ πώλησης
γι᾿ αὐτὸ ὅλοι βαρβάτοι καπεταναῖοι ἤτανε,
ξέσκεποι βρέχονταν μοιρολατρικὰ ἀπὸ τὴ
θάλασσα κι ἀπ’ τὴ βροχή,
φοροῦσαν τὴ νητσιράδα
(τὴν περνοῦσαν μὲ λινέλαιο καὶ μαῦρο χρῶμα
καὶ διατηρεῖτο πολλὰ χρόνια)
ὕστερα ἔφτιαξαν τὶς τιμονιέρες.
Τὴν ἐποχὴ τοῦ δάγκειου πυρετοῦ
φύτευαν λεμονιὲς παντοῦ,
ἑφτάκοιλες ἦταν,
χρυσόδεντρα τὶς λέγαμε.
Θεράπευαν!
Ἕνα γραμμάριο λεμονιοῦ φτάνει γι’ ἀπολύμανση.
Μὲς στὸ καΐκι τὰ φορτώνανε ἕνα ἕνα
καὶ ὄχι ὅλα μαζὶ
ἐπειδὴ ὅταν τὸ ἕνα σάπιζε,
γινότανε κολόνα ὁλόκληρη σαπίλας.
Τὸ καλοκαίρι βγάζανε τὶς ξύλινες σόμπες
καὶ τὶς γκαζιέρες ἔξω καὶ τ’ ἀσπρίζανε
τὰ πράσινα λεμόνια νὰ τὰ πουλήσουν
σὲ Βόλο, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ἄθω,
τὰ ξάσπριζε ἡ θέρμ
καὶ θεωρεῖτο νοθεία.

Ὅταν τὸν Νοέμβριο τοῦ 1955
ὁ συνεταῖρος μου Παναγιώτης,
ποὺ παντρεύτηκε τὴν ἐξαδέλφη μου
Μαρουσὼ τὸ 1911
κι ἔκαναν στὴν Ἀμερικὴ ἕξι γερὰ παιδιά,
ἦρθε στὸ νησὶ γιὰ νὰ μὲ δεῖ,
σήκωσα ἀπὸ τὸ κάτω ράφι
τὴν νταμιτζάνα μὲ τὸ κρασί.
Ὅλη μας τὴ ζωὴ στὴν ἄκρη τοῦ βράχου
σ’ ἕνα βράδυ τὴν ἤπιαμε.
Τέλος θυμηθήκαμε καὶ τὴ φωτιὰ
καὶ γελάσαμε, γελάσαμε.
Οἱ αἱμοπτύσεις μὲ διέλυσαν τὴν ἄλλη μέρα.
Ἡ λεκάνη ἦταν γεμάτη αἷμα
μὰ ὅλοι νόμιζαν πὼς ἦταν κρασί.

Ἕνα καΐκι αὐλακώνει τὸ μαβὶ
κατὰ τὴ δύση
καὶ σ’ ἕναν τόπο μακρινὸ καὶ πράο
βλέπω τὰ δέντρα στὰ μεγάλα πάρκα
τὸ κανόνι στοῦ λόφου τὴν κορυφὴ
καὶ στρίβω τσιγάρο,
κοιτάζω τὸ βλέμμα της
καὶ μ’ ἕνα ψυχομάχημα τὴν τυλίγω.

Τὸ σπίτι ντύθηκε ἀπέξω στὰ μαῦρα—
τὸ σῶμα του γέμιζε τὴν τραπεζαρία
κι ἐκείνη ποὺ ἔνιωσε πὼς τὸν ἀγάπησε,
πὼς θὰ μποροῦσαν νὰ ἦσαν εὐτυχισμένοι,
χτυποῦσε τὶς καρέκλες δυνατὰ
στὸ σανιδένιο πάτωμα.
Ἀκαθόριστος ὄγκος κινήθηκε τότε
στὸν χρόνο τῆς θάλασσας.

The air comes in. Then it goes out.
That is a breath.
In out
one breath
in out
two breaths
in out

in out out out


Η Λιάνα Σακελλίου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Βρετανία και την Αμερική. Έχουν κυκλοφορήσει 18 βιβλία της με ποιήματα, δοκίμια, άρθρα και μεταφράσεις στην Ελλάδα, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Είναι καθηγήτρια δημιουργικής γραφής και αμερικανικής λογοτεχνίας στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για τις επιστημονικές και συγγραφικές της δραστηριότητες έλαβε υποτροφίες από το Ίδρυμα Φουλμπράιτ, από το Τμήμα Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, από το Πανεπιστήμιο της Κοίμπρα, από το Πανεπιστήμιο του Σάσσεξ (Γουέστ Ντιν) και από το Βρετανικό Συμβούλιο. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε οκτώ γλώσσες και εμφανιστεί σε περιοδικά και σε εφημερίδες καθώς και σε έξι διεθνείς ανθολογίες. Είναι μέλος πολλών επιστημονικών εταιρειών καθώς και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.