Seven Poems

by Nathalie Handal

Translated into Greek by Persa Κoumoutsi

The Day

I say your name, then go to the Virgin,
to the flames moving in and out of each other,
to the sea sliding into us like ancient wine,
I say your name and celebrate August,
the fifteen candles in every village, every island,
I say your name to find you
with our ancestors and adventurers,
to empty myself of all other names,
I say your name, and you give me
a book of revelations, I say your name
so whatever is broken in us, breaks out,
goes farther away every night,
I say your name under the olive trees,
in the magic hour, in the wind unwinding
by the waves, to sweep the way for us,
I say your name so we know once
something held us longer than time,
I say your name to keep the night
we crossed each other’s hands,
as if sailing through Crete,
as if walking through Patmos
with a wood carving of Mary,
I say your name to keep all the times
you say delicious.
That’s the place I begin—
I say your name to remember
your words, If we want,
to know you knew what came once,
and will come again.

Η Μέρα

Λέω τ’ όνομά σου και τρέχω στην Παναγία,
στις φλόγες που κινούνται μέσα και έξω από τα κορμιά μας,
στη θάλασσα που κυλάει εντός μας σαν αρχαίο κρασί.
Λέω τ’ όνομά σου και γιορτάζω τον Αύγουστο,
δεκαπέντε κεριά σε κάθε χωριό και κάθε νησί.
Λέω τ’ όνομά σου για να σε βρω
μαζί με τους προγόνους και τους τυχοδιώκτες μας,
ν’ αδειάσω το μέσα μου από όλα τ’ άλλα ονόματα.
Λέω τ’ όνομά σου και εσύ μου δίνεις
ένα βιβλίο αποκαλύψεων, λέω το όνομά σου,
κι ό,τι έχει σπάσει μέσα μας, ξεσπάει,
απομακρύνεται όλο και πιο πολύ κάθε βράδυ.
Λέω τ’ όνομά σου κάτω από τις ελιές,
στη μαγική ώρα της ημέρας,
στον άνεμο που ξετυλίγεται δίπλα στα κύματα,
για να καθαρίσει για μας το δρόμο.
Λέω τ’ όνομά σου για να ξέρουμε ότι μια φορά
κάτι μας κράτησε κοντά, πέρα από τον χρόνο.
Και λέω τ’ όνομά σου για να κρατήσω τη νύχτα
όταν σταυρώσαμε τα χέρια μας,
σαν να ταξιδεύαμε μαζί στην Κρήτη,
ή σαν να βαδίζαμε στην Πάτμο μ’ ένα ξυλόγλυπτο της Παρθένου.
Και λέω τ’ όνομά σου για να κρατήσω μέσα μου όλες τις φορές
που ψέλλισες τη λέξη νόστιμο.
Αυτό είναι το σημείο από όπου ξεκινώ -
λέω τ’ όνομά σου για να θυμάμαι
τα λόγια σου- Αν θέλουμε,
ναξέρουμε ότι ήξερες τι ήρθε κάποτε σε μας,
και τι άλλο θα ξανάρθει.


The Suitcase

They say we carried the country in it,
the voices of our ancestors, the sea,
the music of our village.
I never understood
why we kept it in the corner, closed,
like a heart in transit inside the body.
One day, I looked deep in the interior
and saw everyone waving from the shore
in a photograph taken a century ago.
I kept it open, filled it with earth,
and planted malotíra, rígani,
thymári, díktamo, faskómilo.
That’s when I understood
nothing is far
if the way we live
lets us find each other.

Η Bαλίτσα

Λένε, μέσα της κουβαλήσαμε τη χώρα,
τις φωνές των προγόνων μας, τη θάλασσα,
τη μουσική και τις μελωδίες του χωριού μας.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα
γιατί την κρατήσαμε κλειστή σ’ εκείνη τη γωνία,
σαν μια καρδιά σ’ αναμονή μέσα στο σώμα.
Μια μέρα, κοίταξα με επιμονή το εσωτερικό της,
τους είδα όλους να με χαιρετούν από την ακτή
σε μια φωτογραφία που τραβήξαμε πριν έναν αιώνα.
Την κράτησα ανοιχτή, τη γέμισα με χώμα,
φύτεψα μέσα της μαλοτήρα, ρίγανη,
δίκταμο, θυμάρι και φασκόμηλο.
Και τότε κατάλαβα
ναι, τότε κατάλαβα πως τίποτα δεν είναι μακριά
αν ο τρόπος που ζούμε μας
επιτρέπει να βρίσκουμε ο ένας τον άλλον.


On the Way to the White Tower

You tell me this sun is ours,
the saints are right,
we’ve walked away from the hurricanes
ravaging the scenes of our past,
away from the maps created by
our conquerors and the small prints
of directions and guarantees.
I take in your Byzantium might.
I see you even when you are shadowless.
I step into your glow to warm you,
I watch you finish your album
with the same intensity
you penetrated my heart.
You are unmisted,
you are all the letters of an ancient
Mediterranean alphabet.
You tell me that love changed
in that old mirror we kept
from Konstantinoupoli,
so we try to re-sing the ending,
your voice fills the promenade
and we leave everything
that isn’t enough for our music,
a prayer bead in your hand,
our feet bleeding as if we are walking
on stones and through mountains.
This isn’t simple, there is no way back
to hundred years ago,
we cover each other’s eyes
with our palms, then embrace.
This is simple, we’ve always known
the way to love each other,
always known it’s the only way
to be truly free in an unfree world—
our heart an act of revolt.

Στο Δρόμο για τον Λευκό Πύργο

Μου λες, αυτός ο ήλιος είναι δικός μας.
Οι άγιοι έχουν δίκαιο,
έχουμε απομακρυνθεί από τους τυφώνες
που ερήμωσαν τις σκηνές του παρελθόντος μας,
κι από τους χάρτες που δημιούργησαν για μας
οι κατακτητές και τα μικρά γράμματα
των ταξιδιωτικών οδηγών και των λοιπών εγγυήσεων.
Αντιλαμβάνομαι τη βυζαντινή σου δύναμη.
Σε βλέπω ακόμα κι όταν χάνεις τη σκιά σου.
Εισέρχομαι στη λάμψη σου για να σε ζεστάνω.
Σε βλέπω να τελειώνεις το άλμπουμ σου
με την ίδια ένταση
που εισχώρησες βαθιά μες στην καρδιά μου.
Είσαι αμίλητος,
είσαι όλα τα γράμματα ενός αρχαίου
μεσογειακού αλφάβητου.
Σ’ εκείνον τον παλιό καθρέφτη που κρατήσαμε
από την Κωνσταντινούπολη,
μου λες ότι η αγάπη άλλαξε,
έτσι προσπαθούμε να ξανατραγουδήσουμε το τέλος.
Η φωνή σου γεμίζει τον περίπατό μας,
αφήνουμε πίσω μας ό,τι
δεν είναι αρκετό για τη δική μας μουσική,
στο χέρι σου ένα κομποσκοίνι.
Τα πόδια μας αιμορραγούν σαν να περπατάμε
πάνω σε πέτρες, και μέσα απ’ τα βουνά,
κι αυτό δεν είναι απλό, δεν υπάρχει επιστροφή
στο πριν από εκατό χρόνια.
Κρύβουμε ο ένας τα μάτια του άλλου
με τις παλάμες μας και έπειτα αγκαλιαζόμαστε.
Αυτό είναι απλό, πάντα γνωρίζαμε
τον τρόπο να αγαπιόμαστε,.
πάντα ξέραμε ότι είναι ο μόνος τρόπος
για να παραμείνουμε ελεύθεροι σ’ ένα ανελεύθερο κόσμο—
η καρδιά μας, μια πράξη εξέγερσης.


The Goddess, and My Hair

She combs it cautiously.
She knows that’s where the heart is held,
where the world can be reached.
She shows me my glorious waves,
my luscious earth tones
with hints of summertime gold.
She makes them smile in the mirror.
She makes me listen to the rizitika,
see the slopes of the Sfakian mountains,
and the diktamos growing in my hair.
She shows me oceans in my hair,
I meet Aphrodite there.
She uses her scissor like a compass,
with every cut, life changes.
Sappho tells us that’s when
night and day dazzles,
when magic promises dazing.
She places an olive branch
band on my head,
as if I am a goddess like her.

To Maria Kama

Η Θεά και τα Μαλλιά μου

Τα χτενίζει προσεκτικά.
Ξέρει ότι εκεί κρατιέται η καρδιά,
εκεί όπου μπορείς να φτάσεις τον κόσμο.
Μου δείχνει τις ένδοξες κυματιστές μου τούφες,
Τις λαχταριστές γήινες αποχρώσεις τους
με ένα υπαινιγμό καλοκαιρινού χρυσού.
Τις κάνει να χαμογελούν μέσα στον καθρέφτη.
Με βάζει ν’ ακούσω ριζίτικα τραγούδια,
να βλέπω τις πλαγιές των ‘Σφακιανών’ βουνών,
τον δίκταμο να μεγαλώνει στα μαλλιά μου.
Μου δείχνει ωκεανούς στα μαλλιά μου,
δημοτικά τραγούδια, να δω τις πλαγιές
των βουνών στα Σφακιά,
τον δίκταμο που φυτρώνει στα μαλλιά μου.
Μου δείχνει ωκεανούς στις μπούκλες μου,
εκεί που συναντώ την Αφροδίτη.
Χρησιμοποιεί το ψαλίδι της σαν πυξίδα,
και με κάθε ψαλιδιά, η ζωή μεταμορφώνεται.
Η Σαπφώ μας λέει ότι τότε
η νύχτα και η μέρα απαστράπτουν,
όταν η μαγεία υπόσχεται να μας θαμπώσει.
Στολίζει το κεφάλι μου
με ένα κλαδί ελιάς,
σαν να ήμουν θεά, όπως εκείνη.

Στη Μαρία Καμά



The street light drew itself
on your neck
as if a hot tongue
after a night of raki,
your voice lingered in the alley
as if we ran there
and you pressed your body
against mine,
as if one moment can carry
a memory for a century,
as if we recited mantinada
in the nude,
as if water entered us,
and we held the words
between our thighs.
A ship sailed by—
in a long kiss in Chania,
we would let the world leave without us.


Το φως του δρόμου σύρθηκε
στο λαιμό σου
σαν καυτή γλώσσα
μετά από μεθυσμένη νύχτα με ρακή.
Η φωνή σου συνέχισε ν’ αντηχεί σ’ εκείνο το δρομάκι
σαν να τρέξαμε σ’ αυτό μαζί, ενώ πίεζες το κορμί σου
στο δικό μου.
Σαν να μπορούσε η στιγμή να κρατήσει
μιαν ανάμνηση για έναν αιώνα,
σαν να απαγγέλαμε γυμνοί
μια μαντινάδα
ή σαν να εισχώρησε το νερό μέσα μας με ορμή,
κι ανάμεσα στους μηρούς
κρατήσαμε σφιχτά τις λέξεις.
Μπροστά μας, ένα πλοίο εξέπλευσε νωχελικά—
σ’ ένα μακρόσυρτο φιλί ως τα Χανιά,
θ’ αφήναμε ποτέ τον κόσμο να μας προσπεράσει.


The Net / To Díchty

Each time you walk into my life
I run so the moon doesn’t catch me
I keep my eyes open in all directions
because I get tangled in your net each time
like a fish unable to escape its fate.

If I get caught up in your net again
no one will untangle me
I will have to find the tip of the thread
be fortunate to flinch on time.

This net has the name of a great devotee
written in ancient Greek
Some call it disgraced,
others divine love.

If I get caught up in your net again
I will play Eleni Vitali singing
To Díchty, get tangled, and sink
where the great wave rises.

To Δίχτυ

Κάθε φορά που μπαίνεις στη ζωή μου,
τρέχω, πριν με προλάβει το φεγγάρι.
Έχω τα μάτια μου ορθάνοιχτα προς όλες τις κατευθύνσεις,
γιατί κάθε φορά που μπλέκομαι στο δίχτυ σου
γίνομαι ψάρι που απ’ τη μοίρα του δεν μπορεί να ξεφύγει.

Αν πιαστώ ξανά στο δίχτυ σου
κανείς δεν θα μπορέσει να με βγάλει.
Θα πρέπει να βρω την άκρη της κλωστής
κι μόνο αν έχω τύχη θα σου ξεφύγω πάλι.

Αυτό το δίχτυ έχει το όνομα ενός μεγάλου θιασώτη
γραμμένο στα αρχαία ελληνικά,
κάποιοι τον αποκαλούν ταπείνωση,
άλλοι θεϊκή αγάπη.

Αν πιαστώ ξανά στο δίχτυ σου
θα γίνω Ελένη Βιτάλη στο τραγούδι
το Δίχτυ, θα πιαστώ στα βρόχια σου και θα βυθιστώ
εκεί όπου υψώνεται το μεγάλο κύμα.


Un érotique à Salonique

The rain is coming, the window is half open,
play a song by Haris Alexiou, put your hand under my skirt,
look at the sea with me, tell me we will never leave,
walk through the Modiano and Kapani markets
with me, help me find a Naoussa peach, lick the juice
dripping down my breast, pour me a glass of wine,
Malagousia and Assyrtiko, sing me one of your songs
in Greek, let’s make bougiourdi and soutzoukakia Smyrneika
together, add boukovo to delight our tongues,
then let’s drink tsipouro, let’s dance,
let’s pause to sing to the refugees from Asia Minor,
look at the sea with me, tell me we will never leave,
even when the music is confused, when the Rebetika
we listen to quiets in our dreams and villages
where nothing that happens there can really frighten us,
like holding our grandparents’ hands when we
were young and thinking they were our entire world,
look at the sea with me, tell me we will never leave,
tell me about the day on the beach when the melancholy
of the gramophone deepened the waters filling us,
tell me about the time we went to the Byzantine
thermal springs of Lagada, the night
I unlaced your shoes, and you held my hand,
look at the sea with me, tell me we will never leave,
we will wake up wrapped in the same sheet
then go for morning koulouria or bougatsa,
pass Agios Dimitrios, and return to our balkóni,
look at the sea with me, tell me we will never leave,
the first night we met everyone disappeared,
it was just us and we kissed
on the corner of a street in Ladadika,
and I knew I’d miss you all of my life.

Ερωτική Θεσσαλονίκη

Έρχεται βροχή, το παράθυρο μισάνοιχτο, παίξε μου ένα τραγούδι
της Χάρις Αλεξίου.
Βάλε το χέρι σου κάτω από τη φούστα μου, κι αγνάντεψε τη θάλασσα μαζί μου,
πες μου ότι δεν θα φύγουμε ποτέ.
Περπάτησε πλάι μου στις αγορές Μοδιάνο και Καπάνι, βοήθησέ με να βρω
ένα ροδάκινο της Νάουσας και ρούφηξε το νέκταρ του ενώ στάζει
πάνω στο στήθος μου.
Βάλε μου ένα ποτήρι κρασί Μαλαγουζιά κι Ασύρτικο και τραγούδησέ μου
ένα Ελληνικό τραγούδι.
Έπειτα, ας φτιάξουμε μαζί ένα μπουγιουρντί και Σμυρνέικα σουτζούκια,
να προσθέτουμε και μπούκοβο για να τέρψουμε τη γλώσσα.
Ας πιούμε ένα τσίπουρο, ας χορέψουμε μαζί, κι ας σταματήσουμε
κάπου για να τραγουδήσουμε στους Μικρασιάτες πρόσφυγες.
Κοίταξε τη θάλασσα μαζί μου, πες μου ότι δεν θα φύγουμε ποτέ,
ακόμα κι όταν μπερδευτούν οι μουσικές, όταν τα ρεμπέτικα
ησυχάσουν στα όνειρα και στα χωριά μας.
Εκεί όπου τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω μας,
δεν μπορεί να μας τρομάξει σαν τότε που πολύ μικροί
κρατούσαμε τα χέρια των παππούδων μας
και νομίζαμε ότι αυτός είναι ολόκληρος ο κόσμος μας.
Αγνάντεψε τη θάλασσα μαζί μου, πες μου ότι δεν θα φύγουμε ποτέ.
Μίλησέ μου για τη μέρα εκείνη στην παραλία, όταν η μελαγχολία
του γραμμοφώνου βάθαινε τα νερά που μας σκέπαζαν.
Μίλησέ μου για την εποχή που πηγαίναμε στις
Ιαματικές πηγές του Λαγκαδά, για τη νύχτα εκείνη
που έλυσα τα κορδόνια στα παπούτσια σου και μου κράτησες το χέρι.
Κοίταξε τη θάλασσα μαζί μου, πες μου ότι δεν θα φύγουμε ποτέ,
ότι θα ξυπνήσουμε τυλιγμένοι στο ίδιο σεντόνι
και ύστερα θα πάμε για το πρωινό κουλούρι ή τη μπουγάτσα μας,
κι αφού περάσουμε πρώτα από τον Άη Δημήτρη,
θα επιστρέψουμε πάλι στο Μπαλκόνι μας.
Αγνάντεψε τη θάλασσα μαζί μου, και πες μου ότι δεν θα φύγουμε ποτέ.
Την πρώτη νύχτα που γνωριστήκαμε όλοι γύρω μας εξαφανίστηκαν.
Ήμαστε ολομόναχοι, όταν φιληθήκαμε
στη γωνία του δρόμου στα Λαδάδικα,
και ήξερα από τότε ότι θα μου έλειπες σε όλη μου τη ζωή.

March 6, 2024

Nathalie Handal, a New Yorker of Mediterranean roots, has lived in four continents. She is the author of 10 award winning books, including Life in a Country Album, winner of the Palestine Book Award; The Republics, winner of the Arab American Book Award; and Love and Strange Horses, winner of the Gold Medal Independent Publisher Book Award. She is professor at New York University, and writes the literary travel column, “The City and the Writer” for Words without Borders magazine.

Cover photo credit: Andrea Salerno