ISSN:

Θα υπογράφω «Louis Tikas»

Ντέηβιντ Μέησον. Λάντλω. Μετάφραση: Δημήτρης Ζαχαράκης. Αθήνα: Εκδόσεις Επίμετρο. 2026. Σελ. 236.

Η σφαγή του Λάντλω (20 Απριλίου 1914), ως δραματική κορύφωση των πολύμηνων απεργιακών κινητοποιήσεων και σποραδικών εχθροπραξιών ανάμεσα στο πολυεθνοτικό εργατικό δυναμικό της εταιρείας The Colorado Fuel & Iron Company (ιδιοκτησίας John Rockfeller Jr.), την ιδιωτική εταιρεία αστυνόμευσης Μπόλντγουιν-Φελτς και εντέλει, μοιραία, την Εθνοφρουρά του Κολοράντο, συνιστά πλέον έναν πολυπρισματικό και πολυεπίπεδο «τόπο μνήμης» (Pierre Nora).1 Ένα πεδίο διασταύρωσης (ενίοτε με όρους πολεμικής) κριτικών επαναπροσεγγίσεων του παρελθόντος με τα εκάστοτε παροντικά διακυβεύματα.

Συγκροτεί, με άλλα λόγια, ένα συμβολικά φορτισμένο σημαίνον, όπως, αντιστοίχως, αβέβαια και ρευστά ταυτοποιημένοι, μεταβλητοί, υπήρξαν ευθύς εξαρχής και όσοι αναδείχτηκαν από την ακαδημαϊκή και δημόσια ιστορία ως κύριοι πρωταγωνιστές του ιστορικού αυτού δράματος, ήδη σε επίπεδο ονοματοδοσίας: Ηλίας Σπαντιδάκης, Luis Tikas, Louie Tikas, Leo the Cretan, Louie the Greek είναι μερικά από τα ονόματα που χρησιμοποιήθηκαν για να προσδιορίσουν τον Λούη Τίκα (1886-1914),2 ηγετική μορφή της συνδικαλιστικής οργάνωσης «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (UMWA)· ο ίδιος, πάντως, το 1910 υπέγραψε τη Δήλωση Πρόθεσης για την απόκτηση της αμερικανικής ιθαγένειας ως «Louis Tikas».

Ο Λούης Τίκας είναι το ένα από τα δύο κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος σε στίχους (verse novel) με τίτλο Λάντλω, που συνέθεσε ο ποιητής Ντέηβιντ Μέησον. To εκτενές αφηγηματικό ποίημα απαρτίζεται από εξακόσιες οκτάστιχες στροφές σε ιαμβικό πεντάμετρο (blank verse), στο πρωτότυπο, και διαρθρώνεται σε τρία μέρη, που ακολουθούν, όχι χωρίς παλινδρομήσεις, έναν προοδευτικό χρονικό άξονα. Μολονότι η αφήγηση επικεντρώνεται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, ως πρώτη ύλη της αφήγησης δεν προτάσσεται το ιστορικό γεγονός καθαυτό, καθώς, όπως επαναλαμβάνει ο Μέησον, «αυτά είναι τα στοιχεία μα τα στοιχεία δεν είναι ιστορία».3 Η εστίαση αφορά την ήδη νοηματικά επενδεδυμένη και διαμεσολαβημένη αφηγηματοποίησή τους, έτσι που η σχέση του τελικού προϊόντος της συγγραφής και των τεκμηρίων να αντιστοιχεί στην περιγραφή «φωτογραφία μέσα στη φωτογραφία»,4 εντάσσοντας το έργο στο είδος της «ιστοριογραφικής μεταμυθοπλασίας».5 Ο Μέησον, ωστόσο, δεν συμφύρει απλώς το πραγματικό και το εφευρημένο, ούτε εμμένει μόνο στην κειμενική διάσταση των πηγών του, αλλά αναδεικνύει την αξεδιάλυτη διαπλοκή δημιουργικής επινόησης και τεκμηρίου στη βάση τους,6 ενώ παράλληλα αντλεί από την οικογενειακή του ιστορία, αλλά και την επιτόπια εθνογραφική παρατήρηση στην Ελλάδα και στο Κολοράντο.

Κεντρομόλο δύναμη της αφήγησης αποτελεί η εποποιία του Λάντλω. Για τον Λούη Τίκα, αποτέλεσε το βάπτισμά του πυρός για την απόκτηση εργατικής ταξικής συνείδησης στο πλαίσιο των αμερικανικών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής –τότε, παντελώς αρρύθμιστων–, προτού δολοφονηθεί από τον επικεφαλής της Εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ. Αντιστοίχως, για τη Λουίζα Μολ, το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης, κόρη αδικοχαμένου ανθρακωρύχου, ουαλλικής και μεξικανικής καταγωγής, που προσλαμβάνεται ως ψυχοκόρη από μαγαζάτορες της περιοχής, αποτελεί το σημείο καμπής για την εμπρόθετη άρνηση λειτουργίας της ως «ζωτικού στοιχείου της οικιακότητας της μεσαίας τάξης».7 Αν ο Τίκας συγκροτείται ως υποκείμενο, έστω μετριοπαθές, της εργατικής πάλης,8 με διαπραγματευτική ισχύ και κατευναστικό ρόλο, η Λουίζα Μολ εξέρχεται από το πεδίο της ιδιωτικής σφαίρας και εντάσσεται σε συλλογικότερα, κοινοτικά, μορφώματα, από τα οποία εξάλλου προήλθε. Αν, για τον Λούη Τίκα, η ανάληψη ενεργού ρόλου στους εργατικούς αγώνες σηματοδοτεί την παγίωση μιας ελληνο-αμερικανικής ταυτότητας –η οριστικοποίηση της απόκτησης αμερικανικής ιθαγένειας συμπίπτει, εξάλλου, χρονικά με το κύμα των απεργιακών κινητοποιήσεων–, για τη Λουίζα Μολ, η συμπαράταξη με το πολυεθνοτικό σώμα των απεργών συνάδει με την επανοικειοποίηση της μεξικανικότητάς της, καθώς συντάσσεται με τη γυναικεία κοινότητα των απεργών. Αν η μυθιστορηματική, στον βαθμό που την έλλειψη ιστορικών τεκμηρίων αναπληρώνει η δημιουργική επινόηση, βιογράφηση του Λούη Τίκα διαμορφώνεται στο μεταίχμιο του επικού και του αντι-επικού, η πορεία ζωής της Λουίζα Μολ εκτυλίσσεται ως ιστορία ενηλικίωσης.

Η συνάντηση των δύο χαρακτήρων σε επίπεδο πλοκής είναι συγκυριακή και σύντομη· ομοίως, και η διαπλοκή των ιστοριών τους. Η έλλειψη σύγκλισης, ωστόσο, δεν συνιστά αδυναμία σε επίπεδο σύνθεσης, αλλά αποτύπωση της ετερογένειας των εμπειριών, των κοσμοθεωριών, των ταυτοτήτων που συμφύρονται στο Λάντλω και που προσεγγίζονται διαθεματικά, της πολυπρισματικότητας εντέλει των ερμηνειών της σφαγής του Λάντλω.

Το εγχείρημα του Μέησον είναι διπλό και άρα πολλαπλά περίπλοκο: από τη μια, επιχειρεί να σκιαγραφήσει τη διαδοχή των μικροσυμβάντων που όρισαν το Λάντλω ως ιστορικό γεγονός τοπικής και εθνικής σημασίας και από την άλλη να διεισδύσει στον ψυχισμό και την κοσμοθεωρία των έμφυλων και εθνοτικά υβριδικών υποκειμένων που συμμετείχαν σε αυτό ως κεντρικοί ή περιφερειακοί δρώντες. Στοιχειοθετεί μεν τη μαχητικότητα του ελληνικού, στην πολυσυλλεκτικότητα της ιδιαίτερης καταγωγής του, μεταναστευτικού στοιχείου αντλώντας από την πρόσφατη εθνική ιστορία (Βαλκανικοί Πόλεμοι), αλλά και από την περιφερειακή κρητική ιστορία (Επανάσταση της Θερίσου), εμμένει, ωστόσο, στην προβολή της αμερικανικότητας ως επιτελεστικής ταυτότητας,9 η οποία αίρει επιμέρους εθνοτικές διαμάχες και περιχαρακώνει την αγωνιστικότητα των μεταναστευτικών υποκειμένων στο πεδίο της ταξικής πάλης, με κυμαινόμενο, προφανώς, βαθμό συνειδητότητας.10 Φροντίζει, έτσι, να αντικρούσει την κυρίαρχη στον αμερικανικό Τύπο της τότε εποχής (τέλη της δεκαετίας 1860-τέλη της δεκαετίας 1940) πλαισίωση των απεργιακών κινητοποιήσεων ως πολεμικών επιχειρήσεων (Βιομηχανικοί Πόλεμοι [Industrial Wars]) που στρέφονταν ενάντια στο αμερικανικό έθνος και όφειλαν να καταπνιγούν εν τη γενέσει τους.11

«Μέρος της διήγησης έγιναν οι εμπειρίες οι δικές μου και της οικογένειάς μου […] δεν έκρυψα διόλου την οφειλή μου στο βιβλίο του Ζήση Παπανικόλα, Αμοιρολόιτος (Buried Unsung) […] Μα αισθάνθηκα κι ελεύθερος να φανταστώ το νου του Λούη, μέσα από τις εμπειρίες που απέκτησα ζώντας στην Ελλάδα»:12 εκθέτοντας αναστοχαστικά τη συγγραφική του μέθοδο στον Επίλογο του έργου, ο Μέησον αναδεικνύει παράλληλα και τη μέγιστη πρόκληση για τον Έλληνα μεταφραστή ως διαπολιτισμικό μεσολαβητή (intercultural mediator), που συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία νοηματοδότησης του κειμένου, διαπραγματευόμενος γλωσσικά, κοινωνικο-πολιτισμικά και ιστορικά συμφραζόμενα.13

Ως προς την κατασκευή του Τίκα, η μεταφραστική εργασία θα προϋπέθετε μια σύνθετη διαδικασία απόδοσης μιας αμερικανικής –μυημένης, έστω μερικώς, στην ελληνική πολιτισμική συνθήκη–,14 οπτικής απέναντι στην ελληνικότητα, στην υβριδική της, μάλιστα, εκδοχή. Προϋποθέτει, επομένως, έναν βαθμό «επίστροφης μετάφρασης» (back translation), με τη διευρυμένη σημασία του όρου, δηλαδή απόδοσης στην ελληνική γλώσσα εμπειριών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών που προσιδιάζουν στα ελληνικά συμφραζόμενα, τα οποία αρχικά προορίζονταν για το αμερικανικό κοινό.

Όπως επισημαίνει ο Kevin Windle, η επίστροφη μετάφραση, ως ερμηνεία μιας αρχικής πολιτισμικής ερμηνείας, οφείλει να διατηρεί έναν βαθμό ανοικειότητας, ώστε το πολιτισμικά γνώριμο να καθίσταται εν μέρει αλλότριο, επενδεδυμένο με μια αίσθηση ξενότητας για τον δέκτη (εν προκειμένω, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό).15 Στο αγγλόφωνο κείμενο του Μέησον, παρεμβάλλονται ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες και πλαγιογράφηση (λ.χ., «briki», «kafeneíon», «levéntis», «palikári»), εκφραστική στρατηγική που τονίζει την υβριδική διάσταση της συγκρότησης των χαρακτήρων. Στην ελληνική μετάφραση, αντιστοίχως, δεν παραγνωρίζεται η αμερικανική διάσταση της ταυτότητας του Τίκα, αλλά και των υπόλοιπων Ελλήνων μεταναστών εργατών, που αποδίδεται εδώ με τη χρήση γλωσσικών υβριδίων που προκύπτουν από την ελληνοποίηση ξένων ουσιαστικών (λ.χ. «μπόσης» - «μπόσηδες»). Ωστόσο, η εκτεταμένη, πλην, ας ειπωθεί, επιδέξια και αναμφισβήτητα επίμοχθη, χρήση του κρητικού ιδιώματος, που απαιτεί κάποτε και τη χρήση διευκρινιστικής σημείωσης για τους ελληνόφωνους αναγνώστες, οδηγεί στην απόκρυψη της αρχικής πολιτισμικής μεσολάβησης και δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αμεσότητας. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα: «Den eímai Romaíos, eimai Kritikós», γράφει ο Mason, φράση που αποδίδεται ως «ήντα Ρωμιός, Κρητικός είμαι», αίροντας έτσι την έλλειψη φυσικότητας του πρωτοτύπου. Επιπλέον, μολονότι η ελληνικότητα αποδίδεται στην ετερογένειά της, δεν διατηρείται αντίστοιχη διαφοροποίηση σε επίπεδο αγγλοφωνίας (λ.χ. δεν υπάρχει μέριμνα για την απόδοση της χρήσης της σκωτσέζικης διαλέκτου δευτερευόντων χαρακτήρων), επιτείνοντας την ελληνοκεντρική έμφαση του μεταφράσματος.

Η μετάφραση, όμως, ως εργασία μεσολάβησης, περιλαμβάνει εξίσου και τη χρονική διάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, θα άξιζε να σημειωθεί ότι η μεταφραστική επιλογή απόδοσης του καθημερινού, πλην σύγχρονου ύφους του έργου με λαϊκότροπους και κυρίως ανεπίκαιρους γλωσσικούς τύπους στα ελληνικά (λ.χ., «νιους», «θανή», «αποκάρωναν», «φαμελίτη») υπονομεύει τη δυνατότητα διασύνδεσης του έργου με παροντικά διακυβεύματα. Εστιάζοντας στα αμερικανικά συμφραζόμενα, ο Mark Walker επισημαίνει ότι η σφαγή του Ludlow υπόκειται διαχρονικά σε μια διαδικασία αποσιώπησης σε επίπεδο δημόσιας ιστορίας –επιζεί ακμαία, ωστόσο, στο πλαίσιο της συνδικαλιστικής μνήμης– εξαιτίας μιας πληθώρας παραγόντων: της ασυμβατότητας των εργατικών διεκδικήσεων με την κυρίαρχη αντίληψη περί της αμερικανικής κοινωνίας ως αταξικής, της δυσκολίας απομόνωσης των αλλοτινών εργατικών διεκδικήσεων από αντίστοιχες σημερινές μάχες, αλλά και, σε τοπικό επίπεδο, εξισορρόπησης της αποβιομηχάνισης του Κολοράντο με την ανάπτυξη μιας τουριστικής βιομηχανίας εστιασμένης αποκλειστικά στο πολιτισμικό ρεπερτόριο της Άγριας Δύσης.16 Αντιθέτως, στην κριτική του για το ντοκιμαντέρ Palikari: Ο Λούης Τίκας και η Σφαγή του Λάντλοου (Βεντούρας, 2014), ο Γιώργος Αναγνώστου εντοπίζει και ελέγχει κριτικά μια απόπειρα οριοθέτησης της πρόσληψης του έργου υπό το ελληνικό εθνοκεντρικό πρίσμα της οικονομικής κρίσης και της επιθυμίας ενεργοποίησης ή τόνωσης της εξεγερσιακής δυναμικής απέναντι στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στα εγχώρια συμφραζόμενα.17 Ελλοχεύει ωστόσο εξίσου ο κίνδυνος «φολκλοροποίησης» των εργατικών διεκδικήσεων, αρχειοθέτησης της εργατικής μαχητικότητας ως ανενεργό απομεινάρι ενός παρωχημένου λαϊκού πολιτισμού – ο Walker προβλέπει μια αντίστοιχη εξέλιξη ρομαντικοποίησης των αγώνων των ανθρακωρύχων και στις ΗΠΑ, εν όψει της εξάλειψης των ανθρακωρυχείων.18 Πάντως, κρισιμότερο –και ανοιχτό– παραμένει το ζήτημα διαχείρισης της μνήμης του Λάντλω από την ίδια την ελληνο-αμερικανική κοινότητα, ως μέρος της δικής της ιστορίας και σε σχέση με τα κυρίαρχα αφηγήματα που ορίζουν διαχρονικά την αυτο-εικόνα της.

Το Λάντλω συνεισφέρει στη μνημείωση των πολυεθνοτικών εργατικών αγώνων στο Κολορόντο των αρχών του 20ού αιώνα, ισορροπώντας ανάμεσα στην αμερικανική διάσταση και την εθνοτική ιδιαιτερότητα, και άρα στην πολλαπλή νοηματική πλαισίωση των συμβάντων και την επίδρασή τους σε επίπεδο ταυτοτικού προσδιορισμού τόσο για τα δρώντα υποκείμενα όσο και για τις μετέπειτα γενιές. Η έκδοση της ελληνικής απόδοσης του έργου συμβάλλει οπωσδήποτε στην ανάδυση αφανών όψεων της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας και συγκρότησης πολλαπλών διασπορικών ταυτοτήτων, στη διατομή εθνικότητας, τάξης και φύλου. Συνιστά, ωστόσο, πρόκληση για ανάλογα μεταφραστικά εγχειρήματα η αποφυγή «ελληνοποίησης» και ενσωμάτωσης στην εθνική παράδοση αμιγώς διασπορικών εμπειριών, αλλά και η διατήρηση της οπτικής γωνίας θέασης και ερμηνείας του πρωτοτύπου, της «λοξής» ματιάς του εξωτερικού παρατηρητή πάνω στην διασπορική ελληνικότητα.

Βασιλική Πέτσα

Ιούλιος 30, 2026

Η Βασιλική Πέτσα είναι δρ. Συγκριτικής Γραμματολογίας και μέλος ΣΕΠ του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Έχει εκπονήσει μεταδιδακτορική έρευνα με θέμα τις ελληνικές ταινίες δρόμου και περιπλάνησης, την ελληνική λογοτεχνία της εργατικής τάξης και την ελληνο-αυστραλιανή λογοτεχνία υπό το πρίσμα της διαθεματικότητας. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο ΕΑΠ και στο ΑΠΚΥ. Είναι επίσης πεζογράφος.



Σημειώσεις

1 Βλ. σχετικά και το αφιέρωμα σε επιμέλεια Γιώργου Αναγνώστου και Γρηγόρη Τζουσδάνη στο blog του περιοδικού Ergon, «Profiles of Ludlow». Διαθέσιμο στο https://ergon.scienzine.com/article/blog/profiles-of-ludlow.

2 Luis Tikas: έτσι καταγράφεται στο κατηγορητήριο εναντίον του δολοφόνου του, Karl E. Linderfelt, Ανθυπολοχαγού του 2ου Συντάγματος Πεζικού της Εθνοφρουράς του Κολοράντο. Λίγα μόνο άρθρα παρακάτω, στο ίδιο κατηγορητήριο, μετονομάζεται σε Louie.
«Leo the Cretan»: έτσι αποκαλείται ο Λούης Τίκας σε αρκετά κατοπινότερο άρθρο του Nick Matsoukas στην εφημερίδα Greek Press του Σικάγο. Βλ. Zeese Papanikolas, Buried Unsung, Louis Tikas and the Ludlow Massacre, Lincoln & London, University of Nebraska Press [ελλ. έκδ.: Ζήσης Παπανικόλας, Αμοιρολόιτος.Ο Λούης Τίκας και η σφαγή στο Λάντλοου, μετ. Πελαγία Μαρκέτου, Αθήνα, Κατάρτι, 2003· επανέκδ: Αθήνα, Παπαζήσης, 2013].
«Louie the Greek»: έτσι αποκαλείται ο Λούης Τίκας σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1913 στην εφημερίδα TrinidadChronicle-News, εκδότης της οποίας διατελούσε τότε ο Jesse G. Northcutt, πρώην δικαστής, συνήγορος της εταιρείας εκμετάλλευσης των ανθρακωρυχείων, αλλά και, σε μια εξόφθαλμη περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, εθελοντής ειδικός εισαγγελίας σε ποινικές υποθέσεις που ενέπλεκαν απεργούς ανθρακωρύχους. Βλ. Scott Martelle, Blood Passion: The Ludlow Massacre and Class War in the American West, New Brunswick & London, Rutgers University Press, σσ. 15, 93–94.

3 Ντέηβιντ Μέησον, Λάντλω, μετ. Δημ. Ζαχαράκης, Αθήνα, Επίκεντρο, 2016, σ. 76, 132.

4 ό.π., σ. 132.

5 Βλ. Linda Hutcheon, A Poetics of Postmodernism: History, Theory Fiction, London, Routledge, 1988.

6 Στον επίλογο του έργου, ο Μέησον εκθέτει τη μεθοδολογία της συγγραφικής διαδικασίας, μνημονεύοντας την οφειλή του στη βιογραφία Αμοιρολόιτος του Ζήση Παπανικόλα (βλ. σημ. 4), όπου, δηλωμένα, η δημιουργική φαντασία αναπληρώνει το αρχειακό έλλειμμα.

7 Βλ. Faye E. Dudden, “Experts and Servants: The National Council on Household Employment and the Decline of Domestic Service in the Twentieth Century,” Journal of Social History, Χειμώνας 1986, 20(2), σ. 269.

8 Ο Κωστής Καρπόζηλος αποτιμά την απεργιακή και συνδικαλιστική δράση των μεταναστών της Αμερικής έως το 1921 ως μάλλον μεταρρυθμιστική παρά ριζοσπαστική, στον βαθμό που δεν αρθρωνόταν ως αίτημα η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, αλλά η βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και η εκπλήρωση των προσδοκιών για τη χώρα ως τόπου διασφάλισης της ελευθερίας και των δικαιωμάτων. Βλ. Κωστής Καρπόζηλος, Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου 1900-1950, Αθήνα, ΠΕΚ, σσ. 53–56.

9 Αναφερόμενος στη δολοφονία του Τίκα, ο Μέησον τονίζει πως «φορούσε τ’ Αμερικάνικο κουστούμι και γκέτες εκείνη τη μέρα» (σ. 174).

10 Απευθυνόμενος στους ομοεθνείς του, και αποσκοπώντας στην τόνωση του ηθικού τους, ο Τίκας φέρεται να λέει: «Σκεφτείτε βρε και τσ’ αδερφούς μας στη Μακεδονία, απού/ μαργώνουνε για την πατρίδα/ Γεροί είμαστε σαν κι αυτούς. Ξέρουμ’ από τυράννια» (σ. 109). Μεσούσης της απεργιακής κινητοποίησης, η σκοπιά μεταστρέφεται: «Θρύλοι του Τίκα: το τρένο σκόρπισε Βούλγαρους απεργοσπάστες/ στο Λάντλω, κι ο Έλληνας, που μπορεί να γύρευε κι εκδίκηση/ για τους συντρόφους που έπεσαν στους Βαλκανικούς, αντίθετα/ βγήκε να τους απαντήσει, να τους εξηγήσει την απεργία/ και να τους πείσει να συμμετέχουν» (σ. 169).

11 Βλ. Troy Rondinone, The Great Industrial War: Framing Class Conflict in the Media, 1865-1950. New Brunswick, Rutgers University Press, 2010.

12 Μέησον, ό.π., σ. 228.

13 Βλ. ενδεικτικά David Katan, D. Translating cultures: An introduction for translators, interpreters and mediators, Manchester, St Jerome, 1999 & “Cultural mediation,” στο Y. Gambier & L. Van Doorslaer (επιμ.), Handbook of translation studies, τομ. 4, Amsterdam & Philadelphia, John Benjamins, 2013, 84–91.

14 Ο Μέησον ρηματοποιεί τους όρους της πολιτισμικής του εξοικείωσης με την Ελλάδα στο πλαίσιο της αφήγησης: «Επειδή έζησα στην Ελλάδα, κάποτε αντέστρεψα/ το ταξίδι του, έλεγα ότι θα βρω τη ζωή μου σε ξένη γη/ κι απέτυχα […]» (σ. 78).

15 Kevin Windle, “New Holland back-translated, or cultural mediation in reverse: Englishing early Russian accounts of the Australian colonies,” Perspectives, 24:3, 2016, 382-392, DOI: 10.1080/0907676X.2015.1008018.

16 Βλ. Mark Walker, “The Ludlow Massacre: Class, Warfare, and Historical Memory in Southern Colorado,” Historical Archaeology, 2003, 37(3): 66–80.

17 Βλ. Yiorgos Anagnostou, ‘The Diaspora as a Useful Past for a Nation in Crisis’, blog, Filmicon, 5/11/2014, διαθέσιμο στο https://filmiconjournal.com/blog/post/32/the_diaspora_as_a_usable_past_for_a_nation_in_crisis.

18 Walker, ό.π., σσ. 74-75.